Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2016

Η μάχη της Μυκάλης (479 π.Χ.) - Ηρόδοτος


90. Την ίδια μέρα που οι Πέρσες ηττήθηκαν στις Πλαταιές, υπέστησαν άλλη μια ήττα στη Μυκάλη της Ιωνίας. Ενώ ο ελληνικός στόλος, κάτω από τις διαταγές του Σπαρτιάτη Λευτυχίδη βρισκόταν στη Δήλο, τρεις άνδρες έφτασαν από τη Σάμο με ένα μήνυμα· οι άνδρες αυτοί ήταν ο Λάμπωνας, γιος του Θρασυκλή, ο Αθηναγόρας, γιος του Αρχεστρατίδη, και ο Ηγησίστρατος, γιος του Αρισταγόρα, που είχαν σταλεί από τους Σαμίους κρυφά από τους Πέρσες και το Θεομήστορα, το γιο του Ανδροδάμαντα, τον οποίο είχαν ορίσει οι Πέρσες τύραννο. Αυτοί, λοιπόν, παρουσιάστηκαν στους διοικητές του στόλου κι ο Ηγησίστρατος τους έκανε έκκληση με κάθε είδους επιχειρήματα, δηλώνοντας ότι η θέα και μόνο του ελληνικού ναυτικού θα ήταν αρκετή ενθάρρυνση, για να εξεγερθούν οι Ίωνες κι ότι οι Πέρσες δε θα τολμούσαν να αντισταθούν ή, αν το έκαναν, θα έδιναν στους Έλληνες ένα έπαθλο πιο πολύτιμο απ' οποιοδήποτε είχαν ελπίδα να κερδίσουν ποτέ. Έπειτα, στο όνομα όλων των κοινών θεών, τους παρότρυνε να σώσουν τους Ίωνες, που είχαν ίδιο αίμα μ' αυτούς, από τη σκλαβιά και να διώξουν τον ξένο. Και πρόσθεσε: «Θα είναι αρκετά εύκολο, γιατί τα περσικά πλοία είναι αδέξια και πολύ κατώτερα από τα δικά σας. Επιπλέον, αν μας υποψιάζεστε για προδότες, είμαστε πρόθυμοι να σας παραδοθούμε ως όμηροι και να πλεύσουμε μαζί σας».

91. Καθώς ο ξένος από τη Σάμο εξακολουθούσε να τους πιέζει με την έκκλησή του, ο Λευτυχίδης, είτε από θεϊκή συντυχία είτε επειδή πραγματικά περίμενε ότι η απάντηση μπορεί να ήταν κάποιος οιωνός, τον ρώτησε το όνομά του. Κι εκείνος απάντησε «Ηγησίστρατος». Οπότε ο ναύαρχος δεν τον άφησε να συνεχίσει και φώναξε: «Σάμιε φίλε μου, δέχομαι τον οιωνό. Και τώρα, πριν φύγεις εσύ και οι δύο σύντροφοί σου, δώστε μας μια εγγύηση ότι θα έχουμε την αμέριστη υποστήριξη του λαού της Σάμου».

92. Αμέσως με τα λόγια προχώρησε στις πράξεις. Έτσι υπαγορεύτηκε ο όρκος· οι Σάμιοι τον έδωσαν αμέσως κι έγινε μια προφορική συμφωνία αμοιβαίας υποστήριξης. Οι δύο ξένοι έφυγαν μετά... ο τρίτος, ο Ηγησίστρατος, διατάχτηκε να πλεύσει με τον ελληνικό στόλο, αφού ο Λευτυχίδης πίστευε ότι το όνομά του ήταν καλός οιωνός.

96. Μόλις οι οιωνοί από τις θυσίες φάνηκαν ευνοϊκοί, ο ελληνικός στόλος ξεκίνησε από τη Δήλο κι έπλευσε για τη Σάμο. Εδώ τα πλοία άραξαν κοντά στους Καλάμους— όπου υπάρχει το Ηραίο— κι άρχισαν να προετοιμάζονται για τη ναυμαχία. Οι Πέρσες, μόλις πληροφορήθηκαν την προσέγγισή τους, έδιωξαν τους Φοίνικες κι οι ίδιοι τράπηκαν με τα πλοία σε φυγή προς την ασιατική ακτή, γιατί είχαν αποφασίσει, μετά από συζήτηση, ότι αφού δεν ήταν αντάξιος αντίπαλος του ελληνικού στόλου, το καλύτερο που είχαν να κάνουν ήταν ν' αποφύγουν την αναμέτρηση. Έτσι, έπλευσαν στη Μυκάλη, όπου θα είχαν την υποστήριξη των στρατευμάτων που, σύμφωνα με διαταγές του Ξέρξη, είχαν αποσπαστεί από το κύριο σώμα του στρατού για να φρουρούν την Ιωνία. Αυτή η δύναμη είχε εξήντα χιλιάδες άνδρες και είχε στρατηγό τον Τιγράνη, τον πιο ψηλό και πιο όμορφο άνδρα στον περσικό στρατό. Το σχέδιό τους ήταν να σύρουν τα πλοία στην ακτή, κάτω από την προστασία αυτού του στρατεύματος, και να χτίσουν ένα αμυντικό οχυρό γύρω τους, μέσα στο οποίο θα κατέφευγαν κι οι ίδιοι, αν υποχρεώνονταν από τον εχθρό. Έχοντας αυτό το σχέδιο στο μυαλό, σήκωσαν πανιά.

97. Αφού πέρασαν τον ναό των Ποτνίων, έφτασαν στη Γαίσωνα και στον Σκολοπόεντα της Μυκάλης, όπου υπάρχει ναός αφιερωμένος στην Ελευσίνια Δήμητρα. Ο ναός είχε χτιστεί από τον Φίλιστο, γιο του Πασικλή, όταν συνόδευσε τον Νειλέα, γιο του Κόδρου, στην επιχείρηση για την ίδρυση της Μιλήτου. Εκεί, έσυραν τα πλοία τους στην ξηρά κι ύψωσαν ένα τείχος από πέτρες και ξύλα γύρω τους, κόβοντας τα οπωροφόρα δέντρα της περιοχής· πρόσθεσαν γύρω και πασσάλους κι ήταν έτοιμοι να αντιμετωπίσουν μια πολιορκία.

98. Οι Έλληνες θύμωσαν, όταν ανακάλυψαν ότι οι Πέρσες είχαν φύγει για τα ηπειρωτικά, και δίστασαν για λίγο ν' αποφασίσουν αν έπρεπε να γυρίσουν στην πατρίδα τους ή να πλεύσουν προς τον Ελλήσποντο. Τέλος, όμως, κατέληξαν να μην κάνουν τίποτε απ' τα δυο, αλλά να ξεκινήσουν για την ήπειρο. Όλα τα απαραίτητα για μια ναυμαχία και οι αποβάθρες ήταν σε ετοιμότητα κι ο Ελληνικός στόλος κατευθύνθηκε προς τη Μυκάλη. Κανένα εχθρικό πλοίο δε βγήκε να τους αντιμετωπίσει καθώς πλησίαζαν το στρατόπεδο. Λίγο μετά είδαν ότι όλα τα πλοία ήταν αραγμένα στην παραλία, προστατευμένα μέσα σε τείχος, κι ότι ισχυρή δύναμη στρατού ξηράς περίμενε συγκεντρωμένη στην ξηρά. Κάτω απ' αυτές τις συνθήκες, ο Λευτυχίδης πλησίασε όσο μπορούσε με το πλοίο του στην παραλία και, καθώς περνούσε, έβαλε έναν κήρυκα να φωνάξει την ακόλουθη έκκληση στους Ίωνες: «Άνδρες της Ιωνίας, αν μ' ακούτε, προσέξτε τι έχω να σας πω. Οι Πέρσες, έτσι κι αλλιώς, δε θα καταλάβουν τίποτα. Όταν αρχίσει η μάχη, θυμηθείτε όλοι σας την ελευθερία κι έπειτα, το σύνθημά μας, Ήρα. Όσοι μ' ακούσατε πρέπει να μεταφέρετε το μήνυμά μου σ' αυτούς που δεν άκουγαν». Αυτή η ενέργεια είχε τον ίδιο σκοπό με την κίνηση του Θεμιστοκλή στο Αρτεμίσιο. Είτε οι Πέρσες δε θα μάθαιναν τι τους είπε κι οι Ίωνες θα τολμούσαν να ακολουθήσουν τη συμβουλή του ή τα λόγια του θα μεταφράζονταν στους Πέρσες που, μοιραία, θα γίνονταν καχύποπτοι απέναντι στους Ίωνες.

H MΑΧΗ


99. Αμέσως μετά από την έκκληση του Λευτυχίδη, οι Έλληνες προσάραξαν τα πλοία τους στην ακτή κι οι άνδρες παρατάχτηκαν στην παραλία. Η πρώτη ενέργεια των Περσών, όταν είδαν τους Έλληνες να ετοιμάζονται για τη μάχη με παραινέσεις, μάλιστα, προς τους Ίωνες, ήταν να αφοπλίσουν τους Σαμίους, τους οποίους υποπτεύονταν για συμπάθεια προς το Ελληνικό ζήτημα· πράγματι, όταν μερικοί Αθηναίοι, που πιάστηκαν από τους άνδρες του Ξέρξη, μεταφέρθηκαν στα Περσικά πλοία αιχμάλωτοι, οι Σάμιοι τους ελευθέρωσαν και τους έστειλαν πίσω στην Αθήνα με προμήθειες για το ταξίδι τους. Το γεγονός ότι είχαν σώσει πεντακόσιους εχθρούς του Ξέρξη ήταν ο κυριότερος λόγος της καχυποψίας των Περσών. Μετά, ο Πέρσης διοικητής διέταξε τους Μιλησίους να φρουρούν τα περάσματα που οδηγούν στα βουνά της Μυκάλης —φαινομενικά επειδή οι Μιλήσιοι γνώριζαν αυτή την περιοχή της χώρας τους αλλά, στην πραγματικότητα, για να τους απομακρύνει όσο γινόταν από το πεδίο της μάχης. Έπειτα, αφού πήραν αυτές τις προφυλάξεις ενάντια στους Ίωνες που υποψιάζονταν ότι ίσως δημιουργούσαν προβλήματα, αν τους δινόταν η ευκαιρία, άρχισαν να παίρνουν θέσεις μάχης —σε αμυντική παράταξη που προστατευόταν πίσω από ένα φράγμα από ασπίδες.

100. Οι Έλληνες, από την πλευρά τους, κινήθηκαν ενάντια στον εχθρό αμέσως μόλις ολοκλήρωσαν τις προετοιμασίες τους. Στη διάρκεια της προέλασής τους, βρήκαν στην παραλία το σκήπτρο ενός κήρυκα και, ταυτόχρονα, κυκλοφόρησε στις γραμμές η φήμη ότι οι Έλληνες είχαν νικήσει το Μαρδόνιο στη Βοιωτία. Είναι πολλά τα γεγονότα που με ωθούν να πιστέψω ότι το θεϊκό χέρι επεμβαίνει πολύ συχνά στις ανθρώπινες υποθέσεις, γιατί, πώς αλλιώς εξηγείται ότι η ήττα των Περσών στη Μυκάλη συνέβη την ίδια ακριβώς μέρα με την πανωλεθρία τους στις Πλαταιές ή ότι μια τέτοια φήμη κυκλοφόρησε στους Έλληνες, δίνοντας σε όλους τους άνδρες διπλάσιο θάρρος και αποφασιστικότητα να διακινδυνεύσουν τη ζωή τους για την πατρίδα τους.

101. Άλλη μια παράξενη σύμπτωση συνέβη. Και οι δύο μάχες δόθηκαν κοντά σε ναούς της Ελευσίνιας Δήμητρας — αφού, όπως ανέφερα ήδη, και η μάχη των Πλαταιών έγινε πολύ κοντά στο Δημήτριο και, το ίδιο ακριβώς συνέβη και στη Μυκάλη. Επιπλέον, η φήμη ότι οι άνδρες του Παυσανία είχαν νικήσει στις Πλαταιές ήταν απόλυτα ορθή, γιατί η μάχη των Πλαταιών έγινε νωρίς το πρωί, ενώ η συμπλοκή στη Μυκάλη δεν έλαβε χώρα παρά το απόγευμα. Η σύμπτωση της ημερομηνίας και του μήνα αποδείχτηκε, όταν υπολόγισαν τις μέρες προς τα πίσω, λίγο αργότερα. Προτού πάρουν την αναφορά από τις Πλαταιές, οι άνδρες ανησυχούσαν πολύ, όχι τόσο για τους εαυτούς τους όσο για την τύχη των συμπατριωτών τους που θα αντιμετώπιζαν το Μαρδόνιο· μόλις, όμως, έλαβαν τα καλά νέα, άρχισαν την επίθεση με πολύ υψηλότερο ηθικό και ζωηρό βηματισμό. Έτσι, και οι δύο αντίπαλοι ανυπομονούσαν να συγκρουστούν, γνωρίζοντας ότι αντικειμενικός σκοπός της αναμέτρησης τους ήταν ο έλεγχος του Ελλησπόντου και των νησιών του Αιγαίου.

102. Οι Αθηναίοι, τώρα, μαζί με αυτούς που ήταν παραταγμένοι δίπλα τους, σχεδόν μέχρι το κέντρο, βάδιζαν κατά μήκος της παραλίας, σε επίπεδο έδαφος, ενώ ο δρόμος των Λακεδαιμονίων κι αυτών δίπλα τους ανέβαινε κι έκλεινε από ψηλά βουνά. Κατά συνέπεια, οι Αθηναίοι είχαν εμπλακεί ήδη στη μάχη, όσο οι Λακεδαιμόνιοι έκαναν ακόμα τον κύκλο. Οι Πέρσες, όσο έμειναν ανέπαφα τα γέρρα, απωθούσαν με επιτυχία όλες τις επιθέσεις και δεν ήταν σε τόσο δύσκολη θέση· από τη στιγμή, όμως, που οι Αθηναίοι και οι μονάδες που πολεμούσαν μαζί τους, προτιμώντας να αποσπάσουν οι ίδιοι τη δόξα της μάχης παρά να την παραχωρήσουν στους Σπαρτιάτες, έδωσαν το σύνθημα κι έγιναν πιο τολμηροί, όλα άλλαξαν. Έσπασαν την αμυντική γραμμή των ασπίδων και ξεχύθηκαν πάνω στον εχθρό με μια γενική επίθεση. Η αλήθεια είναι ότι, για λίγο, οι Πέρσες κατάφεραν να συγκρατήσουν την επίθεση, αλλά στο τέλος αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν πίσω από την ασφάλεια του οχυρού τους. Οι Αθηναίοι και, με τη σειρά που ήταν παραταγμένοι, οι άνδρες της Κορίνθου, της Σικυώνας και της Τροιζήνας, κατόρθωσαν να εισβάλουν πίσω ακριβώς από τον εχθρό. Αυτό ήταν το τέλος- γιατί, μόλις έπεσε το τείχος, ο εχθρός δεν πρόβαλε άλλη αξιόλογη αντίσταση - αντίθετα, όλοι τους τράπηκαν σε άτακτη φυγή, εκτός από τους ίδιους τους Πέρσες, οι οποίοι, σε σκόρπιες ομάδες, συνέχισαν να πολεμούν ενάντια στους Έλληνες που ακόμα εισέρρεαν στο οχυρό από την παραλία. Από τους Πέρσες ναυάρχους σώθηκαν μόνο δύο, ο Αρταΰντης, και ο Ιθαμίτρης, ενώ ο Μαρδόντης κι ο διοικητής του στρατού, Τιγράνης, σκοτώθηκαν στη μάχη.

103. Οι Λακεδαιμόνιοι έφτασαν με το υπόλοιπο στράτευμα που τους συνόδευε, ενώ οι περσικές μονάδες αντιστέκονταν ακόμα, δίνοντάς τους έτσι την ευκαιρία να συμμετάσχουν κι αυτοί στην υπόλοιπη μάχη. Οι απώλειες των Ελλήνων ήταν επίσης σημαντικές, κυρίως ανάμεσα στους Σικυωνίους, των οποίων ο στρατηγός Περίλεως σκοτώθηκε. Οι Σάμιοι, που υπηρετούσαν κάτω από διαταγές των Μήδων κι είχαν αφοπλιστεί νωρίτερα, βλέποντας από την αρχή ότι η έκβαση της μάχης ήταν αμφίβολη, έκαναν ό,τι μπορούσαν, για να βοηθήσουν τους Έλληνες- οι υπόλοιποι Ίωνες, ακολουθώντας το παράδειγμα τους, στράφηκαν εναντίον των Περσών διοικητών τους.

104. Οι Μιλήσιοι, όπως ανέφερα, είχαν πάρει διαταγή να φρουρούν τα ορεινά περάσματα, ως μέτρο προφύλαξης των Περσών, που ήθελαν να έχουν οδηγούς που θα τους πήγαιναν σε ασφαλέστερα εδάφη, στην περίπτωση που οι Πέρσες θα είχαν μια κακοτυχία όπως αυτή που τους συνέβη. Παράλληλα, τους είχε ανατεθεί αυτός ο ρόλος και για έναν άλλο λόγο, δηλαδή να τους εμποδίσει να προκαλέσουν προβλήματα στον περσικό στρατό· αυτό που έκαναν στην πράξη ήταν ακριβώς το αντίθετο απ' ό,τι τους είχαν διατάξει· γιατί, όταν οι Πέρσες προσπαθούσαν να διαφύγουν, τους οδήγησαν σε λάθος δρόμο, από μονοπάτια που τους έφερναν ξανά αντιμέτωπους με τον εχθρό και, τελικά, πήραν μέρος στη σφαγή κι αποδείχτηκαν οι χειρότεροι εχθροί τους. Έτσι, αυτή η μέρα έφερε τη δεύτερη στάση των Ιώνων ενάντια στην Περσική κυριαρχία.


Πηγή