Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2016

Γοργόνες, Μέδουσες, Γοργόνεια ποια η σχέση Αρχαίας Ελλάδας με το Περού

Οι γοργόνες ήταν κόρες της Κητούς και του Φόρκυ. Αυτές ήταν η Σθενώ, η Ευρυάλη και η Μέδουσα, το κεφάλι της οποίας έκοψε ο Περσεύς, μιας και ήταν η μόνη θνητή από τις τρείς. Η Σθενώ παράγεται από το ρήμα σθένω, που σημαίνει είμαι δυνατός, έχω ισχύ. Η λέξη σθένος βέβαια χρησιμοποιείται και σήμερα. Η Σθενώ συμβόλιζε τη δύναμη της θάλασσας και δεν αναφέρεται σε κανένα προσωπικό της μύθο.

Η Ευρυάλη παράγεται από το ευρύς και το αλς (γεν. αλός) και σήμαινε τη πλατιά θάλασσα. Μαζί με τη Σθενώ συμβόλιζαν την δύναμη και την απεραντοσύνη της θάλασσας. Ούτε κι αυτή αναφέρεται σε προσωπικούς της μύθους και ίσως να έχει δίκιο η Jane Harisson (Prolegomena to the Greek Religion 87), που λέει ότι η τριαδική εμφάνιση των γοργόνων είναι απλώς η τάση να εμφανίζονται οι θεότητες σε τριάδες, όπως οι Ώρες, οι Χάριτες, οι Μοίρες, κ.α. και επομένως ίσως οι δύο εκ των τριών να αποτελούν μια προσθήκη μεταγενέστερη, η οποία όμως είναι τόσο παλιά ώστε να είναι γνωστή στον Ησίοδο.

Η Τρίτη γοργόνα, η Μέδουσα, είναι η κυρίως γοργόνα γύρω από την οποία πλέκονται οι διάφοροι μύθοι. Το όνομά της παράγεται από το ρήμα μέδω που σημαίνει άρχω, κυβερνώ, κυριαρχώ, προστατεύω. Ο δε μεδέων ήταν ο προστάτης, ο φύλακας, ο κυρίαρχος (“ώ φίλοι, Αργείων ηγήτορες ηδέ μέδοντες”). Άρα Μέδουσα σήμαινε τη βασίλισσα, την προστάτιδα, αυτή που είχε οριστεί να φυλάει κάτι. Ο χαρακτηρισμός μέδων έχει δοθεί πολλές φορές σε θαλάσσιες θεότητες όπως στον Νηρέα, στον Φόρκυ, στον Πρωτέα, στον Τρίτωνα κ.α. Έχουμε δηλαδή μία αρσενική απόδοση της Μέδουσας.

Απεικονίζονται σαν τρομερά θηρία, με μάτια άγρια, με φίδια για μαλλιά και με την αποκρουστική γλώσσα τους να κρέμεται έξω από το στόμα τους. Βέβαια πρέπει να έχουμε στο νου μας ότι πρόκειται περί προκατακλυσμιαίων θεοτήτων, κι όπως είναι φυσικό οι πιο σύγχρονες θρησκείες φρόντισαν να τις γελοιοποιήσουν είτε να τις αποδυναμώσουν. Ο Ησίοδος μας λέει ότι οι γοργόνες κατοικούσαν μακριά, στις εσχατιές της νύχτας, πέρα από τον Ατλαντικό ωκεανό, εκεί όπου κατοικούσαν οι Εσπερίδες. Η τοποθέτηση της κατοικίας τους στα δυτικά, αναφέρεται σε όλους τους μύθους όπως παρατηρεί ο Στράβων.

Στα “Κύπρια έπη” σαν κατοικία τους αναφέρεται το νησί Σαρπηδόνα, ενώ κατά τον Πλίνιο τοποθετούνται σε κάποιο σύμπλεγμα νησιών που ονομαζόταν Γοργάδες. Στο γεγονός αυτό στηρίζεται και η άποψη ότι τα ονόματα των τριών γοργόνων δεν είναι τίποτα άλλο παρά τα ονόματα τριών μεγάλων νησιών που βρίσκονταν στο σύμπλεγμα των Εσπερίδων. Τέλος σαν κατοικία τους αναφέρεται και ο Άδης, αν κι εκεί θεωρούσαν πως κατοικούσε μόνο η εικόνα τους.

Όπως μας αναφέρει ο Ησίοδος, η Μέδουσα ήταν η μόνη από τις γοργόνες που έσμιξε ερωτικά και άφησε απογόνους. Από τον Ποσειδώνα γέννησε, την στιγμή που της έκοβε το κεφάλι ο Περσεύς, τον Χρυσάορα και τον Πήγασο, το φτερωτό άλογο. Στον Όμηρο, ο οποίος γνωρίζει το μύθο για τη θανατερή δύναμη της κεφαλής της Μέδουσας, αναφέρεται μόνο μία γοργόνα κι αυτή είναι η Γοργώ, αλλά από την περιγραφή της υποθέτουμε ότι εννοεί τη Μέδουσα, η οποία σε μία άλλη εκδοχή ταυτίζεται και με τη θεά Αθηνά.

Ο Παλαίφατος (Αθηναίος γραμματικό, σύγχρονος του Αριστοτέλη), ταυτίζει τη γοργόνα με την παράσταση ενός χρυσού αγάλματος της Αθηνάς Παλλάδος (1.80 μ.), το οποίο κατασκευάστηκε κατόπιν εντολής του βασιλιά Φόρκυ, που βασίλευε στη Κυρήνη της Β. Αφρικής, στου οποίο το βασίλειο η Αθηνά είχε το προσωνύμιο γοργόνα. Για την σχέση αυτή έχουν δοθεί διάφορες εξηγήσεις και αποσυμβολισμοί. Η θεά ήταν αυτή που οδήγησε το χέρι του Περσέα για να κόψη το κεφάλι της Μέδουσας, το οποίο της έδωσε κατόπιν ο Περσεύς, για να το βάλει στη μέση της ασπίδας της. Για την έχθρα αυτή λέγεται ότι η Μέδουσα καυχήθηκε πως είναι ομορφότερη από την θεά κι αυτή την τιμώρησε μεταμορφώνοντάς τη σε τέρας.

Θεωρείται λοιπόν από τους ερευνητές, πως η Μέδουσα στην αρχαία προ-ολυμπιακή θρησκεία ήταν ή ίδια η Αθηνά. Είναι πολύ πιθανό κατά τις τελετουργίες να χρησιμοποιούσαν κάποια τελετουργική μάσκα, που σκορπούσε τρόμο και δέος σε όσους την έβλεπαν. Τέτοιες μάσκες γνωρίζουμε πως χρησιμοποιούνταν στη Μινωική και Μυκηναϊκή περίοδο. Αυτή η τελετουργική μάσκα, που μάλλον προϋπήρξε της Μέδουσας, έγινε η αφορμή για να δημιουργηθεί στη συνέχεια μια κεφαλή η οποία είχε την τρομερή δύναμη της μάσκας, με μια αποτρόπαια εμφάνιση. Αργότερα προστέθηκε και σώμα ώστε να γίνει πιο αποδεκτή η ύπαρξη μιας τέτοιας κεφαλής και με την τάση να παρουσιάζονται οι θεότητες σε τριάδες, κατέληξε η αρχική τελετουργική μάσκα στην τριαδική εμφάνιση των γοργόνων. Το σώμα αυτό είχε χάλκινα χέρια και φτερά με τα οποία μπορούσαν να πετούν.

Είναι λοιπόν πολύ πιθανό, η Μέδουσα να απορροφήθηκε από μια νέα θεά, πιο αποδεκτή στην ολυμπιακή θρησκεία ή η ίδια η Αθηνά να μετεξελίχθηκε και να λατρεύτηκε με πιο ήπια μορφή. Άλλωστε πηγαίνοντας πίσω στο μύθο του Περσέα, έχουμε τη κλασική περίπτωση του ήρωα, που κατορθώνει να σκοτώσει το φοβερό θηρίο και να παραδώσει τη κεφαλή του στη θεά Αθηνά, κι έτσι όλες οι δυνάμεις της Μέδουσας ενσωματώνονται στη καινούργια θεότητα. Όπως αναφέρεται στο Πλούταρχο, στη προσπάθειά του ο Θεμιστοκλής να πείσει τους Αθηναίους για τη σημασία του χρησμού με τα ξύλινα τείχη, πρότεινε ψήφισμα στο οποίο έλεγε να αναθέσουν τη προστασία της πόλης στην Αθηνά Μεδέσουσα.

Αλλά η Μέδουσα συνδέεται και με την Περσεφόνη. Είναι κι αυτή μια υποχθόνια θεότητα, φοβερή κι αδυσώπητη, που είναι ο τρόμος των ανθρώπων και δεν δείχνει ευμένεια σε κανένα που θα τολμήσει να τη κοιτάξει. Κι όταν ο Ηρακλής κατέβηκε στον Άδη, όλες οι σκιές έντρομες παραμέριζαν για να περάσει εκτός της σκιά του Μελέαγρου και της Γοργόνας, που δεν τον φοβόντουσαν. Μήπως όμως και το ίδιο της το όνομα δεν τις συνδέει; Το όνομα Περσεφόνη είναι σύνθετο από το Περσεύς και το φόνος, που σημαίνει δηλαδή “αυτή που φονεύθηκε από τον Περσέα”.

Σε μια άλλη εκδοχή, οι γοργόνες θεωρούνται θεότητες σεληνιακές, καθώς όλες οι τριαδικές θεότητες ταυτίζονται με τις τρεις όψεις της Σελήνης. Οι Ορφικοί ονόμαζαν τη Σελήνη “Γοργόνος Κεφαλή”, ενώ ο Preller βλέπει στο στρογγυλοπρόσωπο κεφάλι της Μέδουσας την ίδια τη Σελήνη και τον αποκεφαλισμό της τον συμβολίζει με την εξαφάνιση της πανσελήνου. Κατά τον Nilsson ο μύθος του φόνου της Μέδουσας είχε επικρατήσει από τα Μυκηναϊκά χρόνια.

Εκεί λοιπόν κοντά στις Μυκήνες, υπήρχε μια παράδοση που ήθελε το αποκομμένο κεφάλι της Μέδουσας να είναι θαμμένο στο Άργος, όπου υπήρχε κι ένα τεράστιο λίθινο Γοργόνειο, που έλεγαν πως ήταν έργο των Κυκλώπων. Λίγο πιο πέρα, ο Ασκληπιός θεράπευε με το αίμα της Μέδουσας που είχε τρέξει κατά το φόνο της. Στο μεσαίωνα δημιουργήθηκε ένας νέος μύθος στον οποίο συγχωνεύτηκαν οι αρχαίοι μύθοι των γοργόνων, των σειρήνων με την ωραία φωνή και της Σκύλλας, του τέρατος που άρπαζε τους ναυτικούς και τους έτρωγε.

Στα νεότερα χρόνια, και σε μια παράδοση που φτάνει μέχρι τις μέρες μας, ο λαός ήθελε την γοργόνα να είναι αδερφή του Μ. Αλεξάνδρου. Σύμφωνα με αυτό το μύθο ο Μ. Αλέξανδρος είχε εμπιστευτεί στην αδερφή του το νερό της αθανασίας, το οποίο είχε αποκτήσει αφού σκότωσε το δράκο που το φύλαγε. Η αδερφή του όμως το έχυσε πριν προλάβει ο αδερφός της να το χρησιμοποιήσει κι έτσι αυτός την καταράστηκε να γίνει ψάρι από την μέση και κάτω και να πλανιέται μέσα στις θάλασσες. Εκείνη όμως γνωρίζοντας το κακό που είχε κάνει στον αδερφό της δεν του κράτησε κακία και με αγωνία σταματά τα καράβια που θα βρεθούν στο δρόμο της και ρωτά τους ναυτικού “ζει ο Μ. Αλέξανδρος;”. Κι αν πάρει τη σωστή απάντηση: “Ζει και βασιλεύει και τον κόσμο κυριεύει” τότε ευχαριστημένη χάνεται στα βάθη της θάλασσας, ειδάλλως παίρνει μαζί της και το καράβι.

Στον αποσυμβολισμό του μύθου των γοργόνων, υπάρχει μια θεωρία που λέει ότι οι τερατώδεις μορφές των γοργόνων συμβόλιζαν τα σκοτεινά νέφη και τα διάφορα φαινόμενα του ουρανού που σχηματίζονταν στον ορίζοντα πάνω από τη θάλασσα και τρόμαζαν όσους τα αντίκριζαν, κι ο αποκεφαλισμός συμβολίζει τη νίκη του ήλιου (Περσεύς) που νικά τις σκοτεινές δυνάμεις.
Αυτές οι πληροφορίες σχετίζονται με τις αρχαίες πηγές.

Στη σημερινή εποχή, ένας ερευνητής εν ονόματι Ενρίκο Ματίεβιτς (Enrico Mattievich), τοποθετεί τις γοργόνες στις Περουβιανές Άνδεις στο παλάτι του Τσαβίν ντε Χουαντάρ (Chavin de Huantar) που βρίσκεται σε υψόμετρο 3.180 μέτρα. Λέει λοιπόν τα εξής: “Στα ερείπια αυτού του παλατιού και στις στοές των μουσείων, μπορούμε να εκτιμήσουμε εξαιρετικά έργα τέχνης, γλυπτά ή εγχάρακτα σε πέτρα όπως τερατώδεις κεφαλές, γοργόνες, κέρβερους και τους απογόνους των υιών του Κρόνου”. Ο Enrico Mattievich αναφέρει την μαρτυρία του Impelloni, ο οποίος ήταν ο πρώτος που το 1926 πρόσεξε την ομοιότητα των Γοργονείων που βρέθηκαν σε σημεία του ευρύτερου ελλαδικού χώρου με αυτά που βρέθηκαν στη Κολομβία και το Περού.

H περιγραφή του Ησιόδου φαίνεται να ταιριάζει με τα μυστηριώδη ερείπια του λαβυρίνθου στο Chavin de Huantar στις Περουβιανές Άνδεις, σύμφωνα με τον Δρ Enrico Mattievich, έναν συνταξιούχο καθηγητή φυσικής από το Ομοσπονδιακό Πανεπιστήμιο του Ρίο ντε Τζανέιρο (UFRJ) στη Βραζιλία.

Ο Δρ Mattievich έγραψε ένα βιβλίο με τίτλο «Ταξίδι στη Μυθολογική Κόλαση», το 2011, στο οποίο περιγράφει το επικό ταξίδι του Οδυσσέως στον Κάτω Κόσμο που κατά τον καθηγητή βρίσκεται στη Νότια Αμερική.

Σύμφωνα με δημοσίευμα της ιστοσελίδος theepochtimes.com, μέρος αυτού του βιβλίου εξετάζει τις ομοιότητες μεταξύ του Chavin de Huantar με τις περιγραφές του Ησιόδου. Δεν είναι μόνο οι γεωγραφικές ενδείξεις που ταιριάζουν με τον χώρο, αλλά και οι τοπικοί θρύλοι επίσης με τον Ελληνικό μύθο, όπως και αντικείμενα του ναού, αναφέρει η ιστοσελίδα.


Γεωγραφικές Ομοιότητες


Ο Ησίοδος γράφει στη «Θεογονία» του για τον τόπο κατοικίας των Γοργόνων: «… Σκοτεινός και υγρός που μισούταν ακόμη και από τους θεούς-αυτό το χάσμα είναι τόσο μεγάλο όπου χανόταν ένα σκοτεινό ποτάμι και που κανείς δεν φθάνει μέχρι τον πυθμένα του ακόμη και αν κάνει πορεία ενός ολόκληρου έτους… »

Ο Mattievich αναρωτιέται αν αυτό περιγράφει τις εκβολές του ποταμού Αμαζονίου. Ή μήπως περιγράφει το κατά μήκος επικίνδυνο ταξίδι πέρα ​​από τον ωκεανό στη Νότια Αμερική, ακολουθούμενο από το ταξίδι μέχρι τον Αμαζόνιο για να φτάσει τελικώς στις πύλες της Pongo de Manseriche-ένα βαθύ και στενό φαράγγι που στραγγίζει τον ποταμό Marañón; Επικίνδυνες δίνες συχνά σχηματίζονται στο άνω ρου του Marañón.

Ο Ησίοδος γράφει επίσης: «Εκεί ξεχωρίζει το Σπίτι της ζοφερής νύχτας, με μαύρα σύννεφα και σάβανο το σκοτάδι. Πριν από [το Σπίτι της νύχτας] … ο [Atlas] στέκει όρθιος.»

Το Chavin de Huantar είναι ένα παλάτι μπροστά στις παν υψηλές Άνδεις. Είναι το «σπίτι της Νυκτός» η κατοικία της Γοργόνας; Είναι ο «Άτλας», ένα από τα βουνά των Άνδεων;

Η «Γοργόνα» απεικονίζεται στη μέση του υπογείου λαβυρίνθου, πάνω σε ένα πυλώνα περίπου 4,5 μέτρα ψηλό. Γύρω από το ανάκτορο υπάρχουν σκόρπια πέτρινα κεφάλια που ίσως απεικονίζουν τους απολιθωμένους μάρτυρες της δύναμης της Γοργόνας.

Η «Γοργόνα» γλυπτό στον Chavin de Huantar, όπως απεικονίζεται στη σελίδα 67 του βιβλίου του Δρ Enrico Mattievich, το «Ταξίδι στην Μυθολογική Κόλαση, Ανακάλυψη της Αμερικής από τους αρχαίους Έλληνες.»

Πάνω από την «Γοργόνα» είναι ένα μικρό δωμάτιο θυσιών από την οποία το αίμα των θυμάτων χύνεται μέσα στο στόμα της θεότητας. Ο Mattievich έγραψε για την εμπειρία του όταν επισκέφθηκε την περιοχή: «Αντιμετώπισα το επιβλητικό πέτρινο πυλώνα …

Προσπάθησα να φανταστώ πόσο φρικτό θα πρέπει να ήταν καλυμμένος με αίμα. Αν η αγωνία και ο τρόμος μπορούσαν να αφήσουν τα σημάδια τους πάνω στην ύλη, τότε ο πυλώνας θα περιέχει σίγουρα όλα τα μοιρολόγια της κόλασης.»

Ένα γλυπτό τρομακτικής θεότητας στα ερείπια του λαβυρίνθου του Chavin de Huantar είναι η Γοργώ των Ελλήνων, σύμφωνα με τον Mattievich.

Το γλυπτό μοιάζει με απεικονίσεις της Γοργόνας που βρέθηκαν στην Ευρώπη, λέει ο καθηγητής Mattievich επικαλούμενος και άλλους ερευνητές που έχουν μιλήσει γι αυτές τις ομοιότητες.

Για παράδειγμα, το 1926, ο ανθρωπολόγος José Imbelloni συνέκρινε την γλυπτική του Chavin de Huantar με το κεφάλι της Γοργούς του 6ου αιώνος ιερό των Συρακουσών στη Σικελία. Ο Imbelloni είχε πει τότε ότι το περουβιανό γλυπτό ήταν ελληνικής καταγωγής και ότι ο λαός του Περού δεν θα μπορούσαν να έχουν δημιουργήσει ένα τέτοιο παρόμοιο άγαλμα κατά τύχη.

Η ηλικία του Chavin de Huantar δεν είναι επακριβώς γνωστή. Ο Mattievich εξήγησε ότι θα μπορούσε να εντοπίσει τα αρχαιότερα ευρήματα πίσω στο 1300 π.Χ. Η ίδια η θρησκεία Chavin χρονολογείται από το 1600 π.Χ.

Τοπικοί μύθοι και Ελληνικοί μύθοι


Ένας μεταγενέστερος μύθος του Chavin είναι για τον θεό Huari ο οποίος είναι μια εκδοχή του ελληνικού μύθου του Περσέως, λέει ο Mattievich. Οι ντόπιοι μύθοι αναφέρουν ότι ο Huari είχε προσκληθεί σε μια γιορτή σχεδιάζοντας να τον παγιδεύσουν και να τον σκοτώσουν εκεί. Ο Huari κατάλαβε όμως το τέχνασμα και μετάτρεψε τους ενόχους σε πέτρα. Η γιορτή και η επακόλουθη απολίθωσης λέγεται ότι συνέβησαν στο Chavin de Huantar.

Στον αντίστοιχο ελληνικό μύθο, ο Πολυδέκτης οργάνωσε ένα συμπόσιο στο οποίο όλοι οι φιλοξενούμενοι έπρεπε να δώσουν ως δώρα άλογα. Ο Περσέας επειδή δεν είχε άλογο, ζήτησε από τον Πολυδέκτη να του φέρει ό, τι άλλο επιθυμεί.

Ο Πολυδέκτης θέλοντας να θέσει τον Περσέα σε μεγάλο κίνδυνο του ζήτησε το κεφάλι της Γοργόνας Μέδουσας. Μέσα από μια μακρά πορεία των γεγονότων, ο Περσέας κατάφερε να αποκεφαλίσει την Μέδουσα, να πάρει το κεφάλι και έτσι να έχει τη δύναμη να μετατρέψει τους εχθρούς του σε πέτρα.



Πηγή1 / Πηγή2