Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2016

Πώς ανακαλύφθηκε στον βυθό της λίμνης το προϊστορικό χωριό που χτίστηκε πριν από χιλιετίες στην Ελλάδα

To 1932 η στάθμη της λίμνης της Καστοριάς κατέβηκε και δεκάδες ξύλινα υποστυλώματα ήρθαν στην επιφάνεια. Την περίοδο εκείνη ο καθηγητής προϊστορικής αρχαιολογίας Α. Κεραμόπουλος ερευνούσε τη Δυτική Μακεδονία με σκοπό να να εντοπίσει την κοιτίδα των αρχαίων Μακεδόνων.

Όταν έφτασε κοντά στο χωριό Δισπηλιό ήρθε αντιμέτωπος με μια μοναδική ανακάλυψη. Ανακάλυψε έναν προϊστορικό οικισμό που παρέμενε κρυμμένος κάτω από τη στάθμη του νερού για πολλά χρόνια. Ο Κεραμόπουλος ερεύνησε την περιοχή και συνέλεξε τμήματα οψιανού και όστρακα από χειροποίητα αγγεία.

Ο ίδιος έγραψε στο ημερολόγιό του: «Ανέσκαψα μεγάλην έκτασιν της λιμναίας πασσαλοπήκτου κώμης παρά την νοτίαν όχθην της λίμνης της Καστοριάς. Πάντα τα σημεία της κώμης ταύτης υπήρξαν εξ ίσου γόνιμα εις ευρήματα νεολιθικής εποχής. Συνελέξαμεν περί τα 530 λίθινα εργαλεία και τινάς λίθους ειργασμένους και απερριμμένους».

Η περιοχή που πραγματοποιήθηκαν οι αρχαιολογικές έρευνες ονομάζεται Νησί και ο Κεραμόπουλος πίστευε ότι δημιουργήθηκε από δομικά υλικά που έριξαν οι άνθρωποι για να χτίσουν πάνω τις καλύβες τους και το αποκαλούσε «επακτή γη».

Οι κορμοί δέντρων χρησιμοποιήθηκαν για τον σκελετό, λεπτά κλαριά πλεγμένα με σκοινί για τους τοίχους, λάσπη από τη λίμνη και άχυρα για τις στέγες Ο οικισμός περιτριγυριζόταν από έναν λίθινο περίβολο που τον προστάτευε από τα φουσκωμένα νερά της λίμνης. Οι έρευνες του Κεραμόπουλου συνεχίστηκαν μέχρι τη δεκαετία του ’40 και σταμάτησαν όταν ξέσπασε ο πόλεμος. Το 1965 η στάθμη του νερού έπεσε ξανά και θύμισε στους αρχαιολόγους την ύπαρξη του οικισμού. Τότε, ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Ν. Μουτσόπουλος επανήλθε στο Δισπηλιό και έκανε εκτεταμένη έρευνα. Ανακάλυψε μεταξύ άλλων, μια νεολιθική βάρκα, θέσεις επτά προϊστορικών φούρνων, ποικιλία αγγείων, ειδώλια και κοσμήματα.

Πολλές χιλιετίες πριν, ένα χωριό από ξύλινα σπίτια βρισκόταν στις όχθες της λίμνης. Ήταν κυκλικά και ορθογώνια και οι τοίχοι τους είχαν κατασκευαστεί από κλαδιά και καλάμια. Τα σπίτια στηρίζονταν σε ξύλινες πλατφόρμες πάνω στο νερό.

Ο λιμναίος οικισμός χρονολογείται από το 5.500 έως το 3.500 π.Χ. Κάλυπτε μια έκταση 20.000 στρεμμάτων και την περίοδο ακμής του κατοικούνταν από 5.000 ανθρώπους. Οι κάτοικοι ασχολούνταν με την αλιεία, το κυνήγι, τη γεωργία και την κτηνοτροφία, μέχρι που ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού εγκατέλειψε την περιοχή για άγνωστο λόγο. Πιθανόν για να ζήσουν σε πιο εύφορες περιοχές.

Τη δεκαετία του ΄90, στα ρηχά της λίμνης ανακαλύφτηκε μια ξύλινη επιγραφή που χρονολογείται το 5.260 π.Χ. και είναι γνωστή ως η «πινακίδα του Δισπηλιού». Είναι από τα παλαιότερα δείγματα γραφής στην Ευρώπη, που ο καθηγητής Χαρμουζιάδης είχε χαρακτηρίσει ως «μια προσπάθεια επικοινωνίας του νεολιθικού ανθρώπου που ελπίζουμε κάποτε να ερμηνεύσουμε».

Τα επόμενα χρόνια, οι αρχαιολόγοι έκαναν αναπαράσταση του προϊστορικου χωριού. Κατασκεύασαν οχτώ ξύλινα σπίτια στις όχθες της λίμνης, τα οποία δίνουν στους επισκέπτες τη δυνατότητα να δουν πως ήταν η καθημερινότητα των προϊστορικών ανθρώπων στις όχθες της λίμνης πριν από χιλιάδες χρόνια.



Πηγή