Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2016

Η αποτυχημένη εκστρατεία των Αθηναίων στη Σικελία

Τον Σεπτέμβριο του 413 π.Χ. οι Αθηναίοι, μετά από μια αποτυχημένη προσπάθεια να καταλάβουν τις Συρακούσες με πολιορκία, υποχωρούν με κατεύθυνση τον νότο της Σικελίας, αφήνοντας στο έλεος των εχθρών τους τους άρρωστους και τους τραυματίες. Στον ποταμό Ασσίναρο το αθηναϊκό εκστρατευτικό σώμα, που τόσο φιλόδοξα είχε ξεκινήσει το 415 για την Σικελία, υφίσταται πανωλεθρία.

Οι Αθηναίοι αναχωρούν για την Σικελία

Θουκυδίδης, Ἱστορίαι 6.30 – 32
[Μτφρ. Έλλης Λαμπρίδη : Θουκυδίδου Ιστορία I – IV, Γκοβόστης, Αθήνα 1962]

Το καλοκαίρι του 415 το αθηναϊκό εκστρατευτικό σώμα είναι έτοιμο να αναχωρήσει για τη μακρινή Σικελία. Ο αριθμός των στρατιωτών και των πλοίων είναι μεγάλος, μεγάλη η απόσταση που έχουν να διανύσουν, εξίσου μεγάλο και το ρίσκο αυτής της εκστρατείας, η έκβασή της οποίας θα κρίνει, ουσιαστικά, τον Πελοποννησιακό Πόλεμο.

30 Ύστερα απ’ αυτά [σημ. 1], στα μισά πια του καλοκαιριού [σημ. 2], άρχισαν να ξεκινάν για τη Σικελία. Στα περισσότερα καράβια των συμμάχων και στα φορτηγά που μετέφεραν το σιτάρι και σ’ άλλα πλεούμενα κι όλη την άλλη νηοπομπή που ακολουθούσε την εκστρατεία είχε δοθεί η εντολή να μαζευτούνε στην Κέρκυρα με το σκοπό να περάσουν το Ιόνιο πέλαγος όλοι μαζί προς το ακρωτήρι Ιαπυγία [σημ. 3]· οι Αθηναίοι οι ίδιοι κι όσοι λίγοι σύμμαχοι βρίσκονταν στην Αθήνα κατέβηκαν στον Πειραιά την ορισμένη μέρα και μπήκαν ως πληρώματα στα καράβια γιατί επρόκειτο να σηκώσουν άγκυρα. Και μαζί τους κατέβηκε και σχεδόν ολόκληρος ο πληθυσμός, σα να πούμε, της πολιτείας, τόσο οι πολίτες, όσο κ’ οι ξένοι, οι εντόπιοι βέβαια για να ξεπροβοδίσει ο καθένας τους δικούς του, άλλοι συντρόφους, άλλοι συγγενείς, άλλοι γιους, και βάδιζαν μ’ ελπίδες μαζί και θρήνους, ελπίζοντας να κυριέψουνε μεγάλα μέρη και κλαίγοντας από το φόβο μη δεν τους ξανάβλεπαν πια, γιατί στοχάζονταν σε πόσο μακρύ ταξίδι από τον τόπο τους τούς έστελναν.

31 Και τη στιγμή εκείνη, στο σημείο που ήταν πια να χωριστούν για να ριχτούνε στον κίντυνο, τους έρχονταν στο νου η φοβέρα του πολέμου περισσότερο παρά την ώρα που ψήφιζαν για την εκστρατεία· έπαιρναν όμως πάλι κουράγιο από το θέαμα, βλέποντας με τα ίδια τους τα μάτια πόσο μεγάλα και δυνατά ήταν όλα. Οι ξένοι πάλι και το υπόλοιπο πλήθος πήγαιναν να θαμάξουν με την ιδέα πως ήταν κάτι αξιομνημόνευτο, κι απίστευτο και με τη φαντασία ακόμα. Γιατί αυτός ο στόλος και ο καταρτισμός του ήταν ο πρώτος που ξεκινούσε από μια μόνο πολιτεία με αποκλειστικά ελληνικές δυνάμεις και ήταν ο πιο πολυέξοδος και ο πιο λαμπρά καταρτισμένος απ’ όλους που είχαν εκστρατεύσει ποτέ ως την εποχή εκείνη. Σε αριθμό καραβιών και στρατιωτών δεν ήταν κατώτερες ούτε η εκστρατεία ενάντια στην Επίδαυρο με τον Περικλή, ούτε η άλλη στην Ποτείδαια με τον Άγνωνα [σημ. 4]· γιατί είχαν τότε πάει τέσσερις χιλιάδες βαριά αρματωμένοι στρατιώτες από την ίδια την Αθήνα και τρακόσιοι καβαλλάρηδες κ’ εκατό πολεμικά, και αλλά πενήντα Χιώτικα και Μυτιληναίικα, κι ακόμα κι άλλοι σύμμαχοι πολλοί· αλλά είχαν ξεκινήσει για μικρό θαλασσινό ταξίδι και με πολύ πρόχειρη εξάρτυση· τούτη όμως η εκστρατεία ξεκινούσε με την προϋπόθεση πως θα κρατούσε πολύ καιρό, κ’ ήταν εφοδιασμένη με όλα όσα θα χρειάζονταν και για τα δύο, για τα καράβια και για το πεζικό· το ναυτικό είχε προετοιμαστεί με μεγάλα έξοδα, τόσο της πολιτείας όσο και των πλοιάρχων κάθε πολεμικού, γιατί το δημόσιο από τη μια μεριά έδινε σε κάθε ναύτη μια δραχμή την ήμερα και προμήθεψε και τα καράβια χωρίς ξάρτια, εξήντα γοργοτάξιδα και σαράντα για τη μεταφορά του στρατού, και όλους τους κωπηλάτες γι’ αυτά διαλέγοντας τους καλύτερους, ενώ οι πλοίαρχοι έδιναν πρόσθετο επίδομα στους θρανίτες από τους ναύτες, εξόν από το μισθό που έπαιρναν από το δημόσιο και σ’ όλα τ’ άλλα είχαν προμηθέψει πλούσιες γοργόνες και άλλα ξάρτια, και είχε δείξει ο καθένας ζήλο ως εκεί που δεν παίρνει να ξεχωρίσει το δικό του καράβι με κάποιο χτυπητό γνώρισμα και με τη γρηγοράδα του. Στο πεζικό πάλι είχαν οι άντρες ξεδιαλεχτεί από τους καταλόγους των πιο γενναίων και δυνατών νέων, και παράβγαιναν μεταξύ τους πολύ σοβαρά ποιος θα είχε τα καλύτερα άρματα και τα πιο ωραία στολίδια γύρω στο σώμα του. Και κατέληξε και μεταξύ τους να μαλώνουν στη δουλειά που είχε ταχθεί ο καθένας και θα μπορούσε κανείς να συμπεράνει πως επρόκειτο περισσότερο για επίδειξη της δύναμης και του μεγαλείου της Αθήνας στους άλλους Έλληνες, παρά για προετοιμασία εκστρατείας ενάντια σ’ εχτρούς.

Γιατί αν λογάριαζε κανείς τι είχε ξοδέψει η πολιτεία από το δημόσιο ταμείο κι όσοι έπαιρναν μέρος στην εκστρατεία από τα δικά τους, η πολιτεία δηλαδή όσα είχε κι όλας πληρώσει κι όσα είχε δώσει να ‘χουνε μαζί τους οι στρατηγοί που έστελνε, οι ιδιώτες πάλι όσα είχε ξοδέψει ο καθένας για τον προσωπικό του οπλισμό κι ο κάθε τριήραρχος για το καράβι του κι όσα έμελλε ακόμα να ξοδέψει, κ’ εξόν απ’ αυτά όσα ήταν επόμενο να είχε προμηθευτεί ο καθένας ανεξάρτητα από το μισθό που έπαιρνε από το δημόσιο, προμήθεια που θα του χρειάζονταν για το ταξίδι, με την ιδέα πως η εκστρατεία θα διαρκούσε πολύν καιρό κι ακόμη όσα πράματα έπαιρνε μαζί του κάθε έμπορος ή στρατιώτης που σκόπευε να πουλήσει στην ανάγκη, θα ‘βρισκε πολλά τα τάλαντα που έβγαιναν από την πολιτεία. Και το εκστρατευτικό σώμα που ξεκινούσε στάθηκε πιο ξακουστό για το σάστισμα που προκαλούσε η τόλμη του και για το λαμπρό θέαμα που παρουσίαζε παρά για την υπεροχή του απέναντι σε κείνους που πήγαινε να χτυπήσει· φημίστηκε επίσης γιατί ήταν το μεγαλύτερο ταξίδι μεσ’ από την ανοιχτή θάλασσα μακριά από την πατρίδα τους και γιατί το ανέλαβαν με την ελπίδα να καταχτήσουν τόσα μεγάλα μέρη σχετικά με όσα είχαν.

32 Όταν πια τα καράβια είχαν επανδρωθεί και είχαν φορτωθεί όλα όσα έμελλαν να ‘χουν πριν ανοιχτούνε στο πέλαγο, σαλπίστηκε το σήμα για να γίνει σιωπή, και έκαναν τις προσευχές που ήταν οι συνειθισμένες πριν από κάθε θαλασσινό ταξίδι, όχι κάθε καράβι χωριστά, αλλά όλα μαζί, με το κανονάρχισμα ενός κήρυκα κι από μεγάλα δοχεία όπου είχαν ανακατέψει το κρασί κοντά σε όλα τα τμήματα του στρατού έκαναν σπονδές τόσο οι απλοί στρατιώτες όσο και οι αξιωματικοί, ανασύροντας την προσφορά με χρυσά και ασημένια κροντήρια. Κ’ ένωσαν τη φωνή τους στις ίδιες προσευχές και το άλλο πλήθος οι άνθρωποι που τους έβλεπαν από τη στεριά, τόσο οι πολίτες όσο κι όποιοι άλλοι ήθελαν το καλό τους. Κι αφού τραγούδησαν τους παιάνες και τελείωσαν οι σπονδές ανοίχτηκαν στο πέλαγο, και ξεκινώντας πρώτα στη σειρά το ένα καράβι πίσω από το άλλο, άρχισαν ύστερα να παρατρέχουν ποιο θα φτάσει πρώτο στην Αίγινα. Έτσι βιάζονταν αυτοί να πάνε στην Κέρκυρα, όπου στο μεταξύ συγκεντρώνονταν και τα στρατεύματα των συμμάχων.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1…απ’ αυτά : εννοεί το θέμα που προέκυψε σχετικά με τον Αλκιβιάδη, συγκεκριμένα το σκάνδαλο των Ερμοκοπιδών,
2…του καλοκαιριού : του 415 π.Χ.
3. Ιαπυγία : βρίσκεται στην νοτιοανατολική Ιταλία.
4. Οι δυο εκστρατείες με τον Περικλή και τον Άγνωνα έγιναν το 430 π.Χ.

Η συνέχεια περιγράφεται στο παρακάτω απόσπασμα από το ιστορικό έργο του Θουκυδίδη.


Αφού συγκεντρώθηκαν οι Συρακούσιοι και οι σύμμαχοί τους, πήραν μαζί τους όσο περισσότερους αιχμαλώτους μπορούσαν και τα λάφυρα και γύρισαν στην πόλη. Και όλους τους υπόλοιπους Αθηναίους και συμμάχους που συνέλαβαν τους κατέβασαν στα λατομεία, επειδή νόμισαν ότι αυτά αποτελούσαν την ασφαλέστερη φρούρησή τους (σύμφωνα με το σχόλιο του βιβλίου, ο Πλούταρχος παραδίδει πως ορισμένοι κέρδισαν την ελευθερία τους απαγγέλλοντας χορικά από τραγωδίες του Ευριπίδη).

Όμως το Νικία και το Δημοσθένη (πρόκειται για τους δυο Αθηναίους στρατηγούς. Κατά την υποχώρηση των Αθηναίων ο Δημοσθένης ηγείτο της οπισθοφυλακής και είχε αιχμαλωτιστεί νωρίτερα), χωρίς τη θέληση του Γύλιππου (Σπαρτιάτης στρατηγός, που είχε σταλεί το 414 στην Σικελία, προκειμένου να ενισχύσει τις Συρακούσες, που πολιορκούνταν από τους Αθηναίους), τους έσφαξαν. Γιατί ο Γύλιππος νόμιζε πως θα ήταν γι’ αυτον ένα λαμπρό κατόρθωμα, εκτός από τ’ άλλα επιτεύγματά του, να φέρει στους Λακεδαιμόνιους και τους στρατηγούς με τους οποίους πολεμούσε.

Και συνέβαινε ο Δημοσθένης να είναι ο πιο άσπονδος εχθρός τους, εξαιτίας των γεγονότων στη νήσο Σφακτηρία και στην Πύλο, ενώ ο Νικίας ήταν φιλικότατος, εξαιτίας των ίδιων γεγονότων. Γιατί ο Νικίας έδειξε προθυμία να απελευθερωθούν οι Λακεδαιμόνιοι, που είχαν συλληφθεί αιχμάλωτοι στη Σφακτηρία, και έπεισε τους Αθηναίους να συνάψουν ειρήνη (το 425 π.Χ. 294 Σπαρτιάτες οπλίτες, έχοντας αποκλειστεί στο νησί Σφακτηρία, παραδόθηκαν στους Αθηναίους. Αρχηγοί της επιχείρησης στην Σφακτηρία ήταν ο Δημοσθένης και ο Κλέων.

Το γεγονός προκάλεσε μεγάλη έκπληξη στους Έλληνες, αφού Σπαρτιάτες κατέθεταν – για πρώτη φορά στα χρονικά – τα όπλα. Οι αιχμάλωτοι, μάλιστα, οδηγήθηκαν στην Αθήνα. Επέστρεψαν στην πατρίδα τους το 421, όταν Αθήνα και Σπάρτη συνήψαν την ειρήνη του Νικία – πρόκειται για τον Νικία του κειμένου, που είχε αναλάβει τις διαπραγματεύσεις από την πλευρά των Αθηναίων – , με την οποία έληξε η πρώτη φάση του Πελοποννησικακού Πολέμου).

Για όλα αυτά οι Λακεδαιμόνιοι ήταν φιλικοί απέναντί του και γι’ αυτό το λόγο ακριβώς και ο Νικίας έδειξε εμπιστοσύνη στο Γύλιππο και παραδόθηκε σ’ αυτόν. Αλλά μερικοί Συρακούσιοι έπεισαν τους συμμάχους και φόνευσαν το Νικία. Άλλοι, όπως ανέφεραν φήμες, γιατί φοβήθηκαν, επειδή ήταν σ’ επικοινωνία μαζί του, μήπως βασανιστεί για να κάμει αποκαλύψεις γι’ αυτό το ζήτημα και τους δημιουργήσει μπλεξίματα σε καιρούς επιτυχίας.

Ενώ άλλοι, και κυρίως οι Κορίνθιοι, μήπως δωροδοκήσει κανένα, γιατί ήταν πλούσιος, και αποδράσει και δημιουργηθούν πάλι σ’ αυτούς, εξαιτίας του, νέα προβλήματα. Έτσι ο Νικίας εκτελέστηκε από κάποια τέτοια αιτία ή από αιτία πολύ παραπλήσια. Και σίγουρα ο Νικίας, λιγότερο από όλους τους Έλληνες του καιρού μου άξιζε να περιέλθει σε τέτοια συμφορά, γιατί εξασκούσε όλα τα καθιερωμένα έθιμα της κοινωνίας που έδειχναν τον ενάρετο άνθρωπο.

Αλλά εκείνους που κατέβασαν στα λατομεία οι Συρακούσιοι τους μεταχειρίστηκαν βάναυσα τον πρώτο καιρό. Γιατί, επειδή βρίσκονταν πολλοί μαζί σε βαθύ και στενό μέρος, στην αρχή βασανίζονταν από τον καυτό ήλιο, γιατί δεν υπήρχε στέγη, και από την αποπνιχτική ζέστη, που επικρατούσε ακόμη. Ενώ αντίθετα οι νύχτες που ακολουθούσαν ήταν κρύες, φθινοπωρινές, και από την απότομη αλλαγή της θερμοκρασίας προκαλούσαν ασθένειες.

Κι επειδή, εξαιτίας της έλλειψης χώρου, όλα τα έκαναν στον ίδιο τόπο και επιπλέον επειδή τα πτώματα των νεκρών ήταν μαζί σωριασμένα το ένα πάνω στ’ άλλο, αυτών που πέθαιναν και από τα τραύματα και από τη μεταβολή των καιρικών συνθηκών και τα παρόμοια, υπήρχε δυσοσμία ανυπόφορη. Συνάμα υπέφεραν και από πείνα και δίψα (γιατί έδιναν στον καθένα τους για οχτώ μήνες μόνο μια κοτύλη νερό την ημέρα και δυο κοτύλες τρόφιμα) (σύμφωνα με το σχόλιο του βιβλίου, η κοτύλη ισοδυναμούσε με 230 γραμμάρια περίπου). Και από όλες τις άλλες δυστυχίες, που είναι επόμενο να υποφέρουν άνθρωποι που έχουν πεταχτεί σε τέτοιο τόπο, καμιά δεν υπήρχε, που να μη συμβεί και σ’ αυτούς.

Και για εβδομήντα περίπου μέρες έζησαν έτσι όλοι μαζί συγκεντρωμένοι. Έπειτα, εκτός από τους Αθηναίους και μερικούς Έλληνες της Σικελίας και Ιταλίας, που είχαν εκστρατεύσει μαζί τους, όλους τους άλλους τους πούλησαν ως δούλους. Συνολικά πιάστηκαν αιχμάλωτοι, αν και είναι δύσκολο να μιλήσω με ακρίβεια, όχι λιγότεροι από εφτά χιλιάδες (κατά την υποχώρηση ο αρχικός αριθμός των Αθηναίων και των συμμάχων ανερχόταν στις 40000).

Έτσι αυτή η επιχείρηση υπήρξε η μεγαλύτερη από όσες έγιναν σ’ αυτόν εδώ τον πόλεμο, και κατά τη γνώμη μου μεγαλύτερη και από όλα τα ελληνικά πολεμικά έργα, που γνωρίζουμε από την παράδοση. Για τους νικητές έργο ενδοξότατο, για τους ηττημένους καταστρεπτικότατο. Γιατί αφού νικήθηκαν σε όλα ολοκληρωτικά και σε κανένα τομέα δεν υπέφεραν λίγα, έπαθαν, όπως λέει η παροιμία, πανωλεθρία και το πεζικό και το ναυτικό. Τίποτε δεν υπήρξε που να μην χάθηκε και λίγοι από πολλούς γύρισαν στην πατρίδα. Και αυτά ήταν τα γεγονότα που συνέβησαν στην Σικελία.