Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2017

Οι Ελληνιστικές δυναστείες στην Ασία

[1] Σκοπός του παρόντος δεν είναι μόνο η εξέταση της εθνικότητας των δυναστειών του Ποντιακού βασιλείου αλλά και η αποσαφήνιση του χαρακτήρα του βασιλείου ως κράτος «δεύτερης τάξης» σε σύγκριση με τις άλλες μοναρχίες της Μικράς Ασίας όπως η Βιθυνία και Καππαδοκία και την σχέση τους με την μεγάλη Ελληνιστική δύναμη του Βασιλείου των Σελευκιδών. Αποδεικνύεται ότι η Χρονογραφία που γράφτηκε περί τον ένατο αιώνα από τον Βυζαντινό συγγραφέα Γεώργιο Σύγκελλο μπορεί να χρησιμοποιηθεί προς διευκρίνηση ζητημάτων αναφορικά με την ιστορία των δυναστειών στα κράτη της Μικράς Ασίας, παρόλο που το έργο θεωρείται γενικότερα αναξιόπιστο σχετικά με γεγονότα και ημερομηνίες.

Ο Γεώργιος Σύγκελλος υπήρξε Βυζαντινός χρονογράφος που έζησε στα τέλη του 8ου και στις αρχές του 9ου αιώνα. Έγραψε το έργο «Εκλογή χρονογραφίας» το οποίο συνέχισε μετά το θάνατο του Σύγκελλου, ο Θεοφάνης ο ομολογητής. Η πρώτη έκδοσή του έγινε στο Παρίσι το 1652. Στην παρούσα μελέτη γίνεται εκτενής χρήση αποσπασμάτων από την έκδοση του A.A. Mosshammer, Georgius Syncellus, Ecloga Chronographica 1984.

Το επίθετο Ελληνιστικός προέρχεται από τον γερμανικό όρο Hellenismus τον οποίο εισηγήθηκε ο ιστορικός Johann Gustav Droysen με το τρίτομο έργο του Geschichte des Hellenismus (άρχισε να δημοσιεύεται τμηματικά από το 1833 και εκδόθηκε στο σύνολό του το 1877) που αφορούσε την ιστορία του Αλεξάνδρου και των διαδόχων του. Κατά τον Droysen, ο Ελληνισμός (Hellenismus) δηλαδή τα 300 χρόνια που ακολούθησαν τον θάνατο του Αλεξάνδρου, συμβολίζει την μίξη του Ελληνικού και του Ανατολικού πολιτισμού, μια πολιτισμική ανάμειξη που προετοίμασε το έδαφος για την επικράτηση του Χριστιανισμού. Σε αντίθεση με πολλούς μελετητές πριν αλλά και μετά από αυτόν, οι οποίοι αντιμετώπισαν την Ελληνιστική εποχή ως περίοδο παρακμής σε σύγκριση προς την χρυσή εποχή του κλασικού 5ου και 4ου π.Χ. αιώνα, ή έστω ως μια αναγκαστική μετάβαση ανάμεσα στην κλασική Αθήνα και στην ηγεμονία της Ρώμης, ο Droysen υπήρξε θερμός υποστηρικτής της πολιτικής του Αλεξάνδρου που πρώτα «κατέκτησε» και στη συνέχεια «εξελλήνισε» τον κόσμο.

Ήταν αυτός που ανέδειξε τη σημασία της ηγετικής προσωπικότητας του Αλεξάνδρου και της πεφωτισμένης μοναρχίας που επέβαλε, εγκαινιάζοντας έτσι μια ολότελα καινούρια εποχή για την ανθρωπότητα. Επικράτησε λοιπόν  να ονομάζεται «Ελληνιστική» η ιστορική περίοδος που ορίζεται από τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου το 323 π.Χ. μέχρι τη ναυμαχία στο Άκτιο το 31 π.Χ. Τα εδάφη που κατέκτησε στρατιωτικά ο Αλέξανδρος και αποτέλεσαν την πολιτική και πολιτιστική σφαίρα επιρροής των διαδόχων περιελάμβαναν εκτός από την κυρίως Ελλάδα, τη Συρία και την Παλαιστίνη, την Αίγυπτο και τη Λιβύη και όλα τα εδάφη της Εγγύς Ανατολής που ανήκαν στην παλαιότερη Περσική αυτοκρατορία. Το τέλος της Ελληνιστικής εποχής ταυτίζεται με την πτώση του βασιλείου των Πτολεμαίων και την προσάρτηση της Αιγύπτου στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Ωστόσο, για πολλούς ιστορικούς αυτό αποτελεί μόνο ένα συμβατικό, πολιτικοστρατιωτικό όριο της Ελληνιστικής περιόδου, καθώς ο «Ελληνισμός», με τη μορφή πια του Ελληνορωμαϊκού πολιτισμού, συνέχισε να καθορίζει για πολλούς ακόμη αιώνες τη φυσιογνωμία του κόσμου μέχρι την ύστερη αρχαιότητα.

Ο θάνατος του Αλεξάνδρου, μάλλον από τυφοειδή πυρετό, στα βάθη της Ανατολής το 323 π.Χ. σηματοδότησε το τέλος του βασιλικού οίκου των Αργεαδών που κυριάρχησε στη Μακεδονία και Ελλάδα και επεκτάθηκε στη Μεσόγειο και την Ανατολή για σχεδόν 400 χρόνια. Οι τελευταίοι της δυναστείας, ο αδελφός του Αλεξάνδρου Φίλιππος Γ΄ ο Αρριδαίος ήταν διανοητικά ανάπηρος, ενώ ο γιος του Αλέξανδρος Δ΄ από τη Ρωξάνη γεννήθηκε μετά τον θάνατο του πατέρα του. Υπ’ αυτές τις συνθήκες ξέσπασαν σκληρές διαμάχες μεταξύ των φιλόδοξων «διαδόχων – επιγόνων» και πυροδότησαν μια σειρά από δολοπλοκίες και πολέμους μεταξύ του 322 και του 275 π.Χ. που κατέληξαν στη διαίρεση και στη διανομή των εδαφών που είχε κατακτήσει ο Αλέξανδρος. Έτσι δημιουργήθηκαν τέσσερα Ελληνιστικά βασίλεια που αντιστοιχούσαν σε μεγάλες δυναστείες:

α) Το βασίλειο των Αντιγονιδών στη Μακεδονία: Πρόσωπα κλειδιά ήταν ο Αντίγονος Α΄ ο Μονόφθαλμος, σατράπης υπό τον Αλέξανδρο, ο γιος του Δημήτριος ο Πολιορκητής καθώς και ο εγγονός του Αντίγονος Β΄ Γονατάς που έγινε και ο νέος βασιλέας της Μακεδονίας.

β) Το βασίλειο των Πτολεμαίων στην Αίγυπτο: Ιδρυτής της Πτολεμαϊκής δυναστείας υπήρξε ο στρατηγός του Αλεξάνδρου Πτολεμαίος Α΄ ο Σωτήρ (γιος του Λάγου, από τον οποίο και η δυναστεία πήρε το δεύτερο της όνομα, Λαγίδες) και διάδοχός του ο περίφημος μαικήνας των γραμμάτων και των τεχνών, Πτολεμαίος Β΄ ο Φιλάδελφος. Εδώ οι Πτολεμαίοι διατήρησαν παράλληλα με τους Ελληνικούς θεσμούς και το αιγυπτιακό πολιτικό και θρησκευτικό σύστημα∙ ο Πτολεμαίος ήταν βασιλέας για τους Έλληνες και Φαραώ για τους Αιγύπτιους. Τελευταία βασίλισσα ήταν η Κλεοπάτρα Ζ΄, ο θάνατος της οποίας το 30 π.Χ. σήμανε και το τέλος της Ελληνιστικής εποχής.

γ) Το βασίλειο των Σελευκιδών στην Ασία: Στο αχανές αυτό βασίλειο, που εκτεινόταν από τη Συρία μέχρι την Ινδία, την πολιτική εξουσία ασκούσε η ανώτερη τάξη των Ελλήνων. Προκειμένου να εδραιωθεί η Ελληνική ελίτ, οι Σελευκίδες οργάνωσαν μεγάλης κλίμακας αποικισμό, με την ίδρυση πόλεων από Ελληνικούς πληθυσμούς στη Μικρά Ασία και τη Μεσοποταμία, και υιοθέτησαν όλους τους Μακεδονικούς θεσμούς.

δ) Το βασίλειο των Ατταλιδών στην Πέργαμο: Οι Ατταλίδες, δυναστεία που ιδρύθηκε από τον Φιλέταιρο, βασίλευσαν στη Μικρά Ασία μετά τον θάνατο του Λυσίμαχου από το 282 μέχρι το 133 π.Χ. οπότε και υποτάχθηκαν στους Ρωμαίους (πηγή: Ψηφίδες για την Ελληνική γλώσσα)

Στο βασίλειο των Σελευκιδών ζούσαν πολλές εθνότητες. Γι’ αυτό το λόγο έχει παρατηρηθεί μία κοινωνική πολυμορφία, η οποία στηριζόταν στην εσκεμμένη ανεκτικότητα της κεντρικής εξουσίας. Σε μεγάλο βαθμό η κοινωνική διαμόρφωση του βασιλείου επηρεάστηκε από την τακτική της δυναστείας των Σελευκιδών να ιδρύουν σε αυτό Ελληνικές πόλεις και διάσπαρτους οικισμούς, από τους οποίους μάλιστα ορισμένοι είχαν στρατιωτικό χαρακτήρα και ονομάζονταν κατοικίαι. Σε αυτό συνέβαλε και η προώθηση των Μακεδόνων και άλλων Ελλήνων σε σημαντικές διοικητικές και στρατιωτικές θέσεις με αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας άρχουσας τάξης με Ελληνικό χαρακτήρα, όπου η εκπροσώπηση των γηγενών ήταν περιορισμένη.

Η πολιτική αυτή είχε εγκαινιαστεί στην Ανατολή από τον Αλέξανδρο, εφαρμόστηκε από τον Αντίγονο Γονατά και επεκτάθηκε από το Σέλευκο Α’ και τους διαδόχους του Αντίοχο Α’ και Αντίοχο Β’. Αυτές οι Ελληνικές κοινότητες ιδρύθηκαν στις περιοχές που εκτείνονταν από τη Μικρά Ασία, τη Συρία, τη Μεσοποταμία, την Παραποταμία και τη Βαβυλωνία μέχρι τη Βακτρία και τη Σογδιανή. Oρισμένες πόλεις, όπως οι Σάρδεις, είχαν ήδη μία μεγάλη Ελληνική κοινότητα και πριν από την εποχή του Σέλευκου, ενώ άλλες που κατοικούνταν από αυτόχθονες, όπως η Ιεράπολις, ενισχύθηκαν πληθυσμιακά με Μακεδόνες.

Οι λόγοι για τους οποίους οι Σελευκίδες εφάρμοσαν τον Ελληνικό εποικισμό στο βασίλειό τους θα πρέπει να αναζητηθούν σε στρατιωτική και πολιτική σκοπιμότητα, με στόχο τη δημιουργία μιας σταθερής βάσης για την εξουσία τους μέσα σε ένα τόσο εκτενές βασίλειο. Η εγκατάσταση Μακεδόνων στρατιωτών στις κατοικίες εξασφάλιζε ένα δυναμικό έτοιμο σε κάθε στιγμή να ενισχύσει το κυρίως στράτευμα. Οι κάτοικοι των νέων πόλεων διατηρούσαν στενή σχέση με το βασιλέα, από τον οποίο ήταν μέχρι ενός βαθμού εξαρτημένοι και λάμβαναν τα μέσα επιβίωσής τους.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το ερώτημα……….εάν οι Σελευκίδες με την τακτική του εποικισμού στόχευαν στον εξελληνισμό του βασιλείου τους και στην ενοποίησή του μέσω της επικράτησης των Ελληνικών θεσμών και τρόπου ζωής. Ο Ελληνικός εποικισμός κατά την Ελληνιστική περίοδο, όπως και ο αποικισμός σε παλαιότερες εποχές, επέφερε μέχρι ενός βαθμού αναπόφευκτα εξελληνισμό ως αποτέλεσμα μιας φυσικής διαδικασίας, ανεξάρτητης από τη θέληση και τις προσδοκίες των Ελλήνων που εγκαταστάθηκαν στους νέους τόπους. Στο βασίλειο των Σελευκιδών – όπως άλλωστε και στα υπόλοιπα Ελληνιστικά βασίλεια- η συνύπαρξη Ελλήνων με άλλους πληθυσμούς οδήγησε σε αλληλεπιδράσεις στον τρόπο διαβίωσης και σκέψης, καθώς και στην υιοθέτηση νέων στοιχείων από όλες τις πληθυσμιακές ομάδες.
Η κοινωνική πυραμίδα είχε στην κορυφή τον βασιλέα και την αυλή του, τους ανώτερους διοικητικούς υπαλλήλους και στρατιωτικούς αξιωματούχους καθώς και τους «φίλους» του βασιλέα. Τις τάξεις αυτές αποτελούσαν κυρίως Έλληνες, αλλά και αυτόχθονες κάτοικοι του βασιλείου.

Ο πυρήνας αυτός διευρυνόταν από πολλούς Μακεδόνες και άλλους Έλληνες, οι οποίοι ανήκαν σε διάφορες κοινωνικές τάξεις – εύποροι και φτωχοί, ιδιοκτήτες γης, έμποροι, τεχνίτες και καλλιτέχνες, φιλόσοφοι, δάσκαλοι- και από ένα συνεχώς αυξανόμενο αριθμό γηγενούς πληθυσμού με δική του ιεραρχία. Στους τελευταίους διακρινόταν μία αριστοκρατική τάξη, η οποία κατείχε ορισμένα αξιώματα, ενώ οι αυτόχθονες χωρικοί ονομάζονταν λαοί. Οι σχέσεις βέβαια μεταξύ των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων των εποίκων και των γηγενών δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστούν με ακρίβεια, δεν είναι απίθανο όμως να υπήρχαν και περιπτώσεις επιγαμιών.

Ειδικότερα, οι Έλληνες που ήταν εγκατεστημένοι στο βασίλειο των Σελευκιδών απολάμβαναν αρκετά προνόμια και ήταν σε σαφώς καλύτερη θέση από τους αυτόχθονες. Ωστόσο, οι Σελευκίδες διατήρησαν πολύ καλές σχέσεις και με τους ντόπιους των ανώτερων τάξεων, μία πολιτική παρόμοια με εκείνη που ακολούθησαν οι Πτολεμαίοι στη Συρία και την Παλαιστίνη. Ο πλούτος των Ελληνικών αριστοκρατικών οικογενειών, ακόμα και εκείνων που δεν ανήκαν στη βασιλική οικογένεια, ήταν συχνά μεγάλος. Αυτό διαφαίνεται χαρακτηριστικά από το παράδειγμα του Ερμία από την Καρία – τοπικού ηγεμόνα επί Αντίοχου Γ’ –  ο οποίος έδωσε μισθό στα βασιλικά στρατεύματα όταν ο ίδιος ο βασιλέας δεν είχε τους απαιτούμενους πόρους.

Επίσης, ενδεικτική της ευμάρειας αυτής της τάξης αποτελεί η περίπτωση του επιστολογράφου του Aντίοχου Δ’, ο οποίος έστειλε χίλιους δούλους, που κρατούσαν από ένα ασημένιο σκεύος ο καθένας, για να λάβουν μέρος σε μία πομπή επίδειξης πλούτου στις Δάφνες. Στην εύπορη τάξη ανήκαν και ορισμένοι Έλληνες έμποροι και στρατιωτικοί αξιωματούχοι, καθώς και βασιλικοί υπάλληλοι, όπως οι φοροσυλλέκτες, ή εκείνοι που τους παραχωρούνταν τμήμα της εγγείου ιδιοκτησίας των αυτοχθόνων και τελικά αποκτούσαν μεγάλη περιουσία σε γη.

Τέλος, το ιερατείο και οι ιερόδουλοι, δηλαδή οι εργαζόμενοι στα μεγάλα ιερά του βασιλείου ως τεχνίτες, μουσικοί ή ασχολούμενοι με τη φροντίδα των κτημάτων και των ζώων, είχαν τη δική τους κοινωνική και οικονομική οργάνωση. Οι ιερείς που βρίσκονταν στα υψηλότερα κλιμάκια της ιεραρχίας είχαν υπό την εξουσία τους όλους όσους εργάζονταν στο χώρο του ιερού, αλλά και στις πόλεις και στα χωριά που ήταν στη δικαιοδοσία τους. Μάλιστα υπήρχαν ιερά με μεγάλη περιουσία σε γη και εξαιρετική φήμη, όπως το ιερό του Δία Ολβίου κοντά στη Σελεύκεια της Καλυκάνδου. Ορισμένα ιερά καλλιεργούσαν τις σχέσεις με τις Ελληνικές πόλεις του βασιλείου και άλλα με τα χωριά των γηγενών (πηγή ΙΜΕ)

Κύριο χαρακτηριστικό του Σελευκιδικού βασιλείου, το οποίο περιλάμβανε το μεγαλύτερο μέρος των κατακτήσεων του Αλεξάνδρου στην Ασία ήταν η διαρκής αυξομείωση των εδαφών του. Σε αντίθεση με τον αμιγή πληθυσμό της Μακεδονίας – ή ακόμα και με αυτόν της Αιγύπτου όπου εκτός από τους Έλληνες ο εντόπιος πληθυσμός ήταν ενιαίος- στο βασίλειο των Σελευκιδών εντάσσονταν φυλετικά ανομοιογενείς λαοί με ποικίλες πολιτισμικές παραδόσεις και διαφορετικές κοινωνικές νοοτροπίες. Ελάχιστα κοινά στοιχεία υπήρχαν ανάμεσα στους Έλληνες της Μικράς Ασίας, τους Ιουδαίους της Παλαιστίνης, τους Πέρσες των ανατολικών σατραπειών και τους Άραβες της Συρίας.

Μόνιμη μέριμνα των Σελευκιδών υπήρξε η προσπάθειά τους να επιβάλουν την κυριαρχία τους στο εκτενές κράτος που κάλυπτε τη γεωγραφική περιοχή από τα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας ως την Ινδία και να διατηρήσουν μία έστω και υποτυπώδη πολιτική συνοχή. Εκτός από τη γραφειοκρατία και τη στρατιωτική επιβολή – επειδή η λατρεία του μονάρχη θεωρήθηκε ένα από τα ουσιαστικότερα συνεκτικά στοιχεία του κράτους- έγινε προσπάθεια να καλλιεργηθεί με κάθε τρόπο, αν και ποτέ δεν μπόρεσε να συστηματοποιηθεί τόσο πολύ όσο στο Πτολεμαϊκό βασίλειο,

Σε γενικές γραμμές οι Σελευκίδες προσπάθησαν να ενισχύσουν το Ελληνικό στοιχείο, κυρίως με την ίδρυση πόλεων στις οποίες παραχωρούσαν σχετική αυτονομία. Η Αντιόχεια στον ποταμό Ορόντη στη βόρεια Συρία υπήρξε τυπικά η πρωτεύουσα του κράτους, ενώ σημαντικά επίσης διοικητικά κέντρα αποτέλεσαν οι Σάρδεις στη Λυδία και η Σελεύκεια στον ποταμό Τίγρη. Οι Σελευκίδες – όπως εξάλλου και όλοι οι άλλοι Ελληνιστικοί ηγεμόνες- διόριζαν στα ανώτατα κρατικά αξιώματα τους Μακεδόνες φίλους τους, οι οποίοι συνιστούσαν την Ελληνική άρχουσα τάξη. Παράλληλα όμως αντιμετώπισαν τους υπόλοιπους λαούς που διαβίωναν στο βασίλειο με ανεκτικότητα και σεβάστηκαν τις γλώσσες και τις θρησκείες τους, ενώ κυρίως από τον 3ο αιώνα π.Χ. ανέδειξαν και αρκετούς εντόπιους σε σημαντικά πολιτικά αξιώματα του κράτους. Επιπλέον, παραχώρησαν σε τοπικούς ηγεμόνες δικαιώματα ανάλογα με εκείνα που είχαν οι σατράπες στην παλαιότερη περσική αυτοκρατορία διορίζοντάς τους επικεφαλής μεγάλων διοικητικών περιοχών, που περιελάμβαναν τα περιφερειακά κυρίως τμήματα του κράτους, τα οποία δεν μπορούσαν να τα διατηρήσουν με άλλο τρόπο υπό τον άμεσο έλεγχό τους (πηγή ΙΜΕ).

[2] Ο Σύγκελλος γράφει : «Τῷ ευπ  ́ ἔτει τοῦ κόσμου ἡ τῶν Βιθυνῶν η β́ ασιλέων ἀρχὴ ἐπαύσατο ὑπὸ Αὐγούστον χρηματίσασα ἀπὸ τοῦ εσξη ́κοσμικοῦ ἔτους ἀρξαμένη ὧν τὰ ὀνόματα δηλωθήσεται. Ὁμοίως δὲ καὶ ἡ τῶν Ποντικῶν βασιλέων». Το έτος 5480 από την δημιουργία του κόσμου (22/14 π.Χ.1), με απόφαση του Αυγούστου, η εξουσία των οκτώ βασιλέων της Βιθυνίας, των οποίων τα ονόματα θα αναφερθούν  παρακάτω, έπαυσε. Η αρχή της βρίσκεται στο έτος 5268 (234/226 π.Χ.) παρομοίως με αυτήν των δέκα Ποντίων βασιλέων.
1 Η ημερομηνία αναφέρεται διπλή καθότι ο Σύγκελλος, στους καταλόγους των βασιλέων της Ελληνιστικής περιόδου μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, μετρά τα χρόνια αρχίζοντας από το 5493 π.Χ. (η τελευταία χρονιά του Αλέξανδρου είναι το 5170 το οποίο ισούται με το 324/323 π.Χ.) ενώ για την ηλικία του Αυγούστου το εναρκτήριο έτος είναι το 5501 π.Χ. (ο τελευταίος χρόνος του Αυγούστου είναι το 5514, δηλαδή 13/14 μ.Χ.). Το πρώτο σύστημα αναγνώρισης είναι αυτό που εξυπηρετεί τα θέματα που παρουσιάζονται στην παρούσα μελέτη.

[3]   Ένα δεύτερο απόσπασμα αναλύει το πρώτο : «Oἱ Βιθυνῶν βασιλεῖς η ́ κατὰ Διονύσιον ἔνθεν ἤρξαντο διαρκέσαντες ἔτη σιγ ́ (FGrH 251, F 5b)». Σύμφωνα με τον Διονύσιο, οκτώ βασιλείς της Βιθυνίας κυβερνούσαν τότε και η διακυβέρνησή τους διήρκεσε συνολικά 213 έτη1.  Ένα τρίτο απόσπασμα περιγράφει την δυναστεία των Ποντίων βασιλέων : «Oἱ βασιλεῖς Ποντίων ι ́ κατὰ τούτους ἦρξαν τοὺς χρόνους διαρκέσαντες ἔτη σιη . ́ Περὶ ὧν Ἀπολλόδωρος (FGrH244, F 82) καὶ Διονύσιος (FGrH 251, F 5a) ἱστοροῦσι». Δέκα βασιλείς διοίκησαν τον Πόντο εκείνη την εποχή που διήρκεσε διακόσια δέκα οκτώ χρόνια. Ο Απολλόδωρος και ο Διονύσιος εξιστορούν τα γεγονότα.
1 Προφανώς η διαφορά έτους οφείλεται στην διαφορά του αρχικού έτους που υπάρχει μεταξύ των Χριστιανικών και των Μακεδονικών ημερολογίων.

[4] Η ακαδημαϊκή άποψη αναφορικά με τα δύο πρώτα αποσπάσματα είναι ξεκάθαρη. Σύμφωνα με τον Perl, οι ημερομηνίες που δίνονται ως αρχή και τέλος του βασιλείου της Βιθυνίας είναι λανθασμένες, όπως και αυτή του τέλους του Ποντιακού βασιλείου και δεν υπάρχει εξήγηση για την ανακριβή χρονολόγηση αυτών των γεγονότων μέχρι την εποχή του Αυγούστου. Κατά συνέπεια, έγινε σύνηθες να ανταλλάσσεται το 213 με το 223 στο κείμενο της Χρονογραφίας1 καθώς έτσι αποκαθίσταται η χρονική συνοχή με την εποχή του βασιλείου των Βιθυνίων, το οποίο αναδύθηκε το 297/97 π.Χ. οπισθοδρομώντας 223 χρόνια από τον θάνατο του τελευταίου Βιθυνού βασιλέα Νικομήδη IV του Φιλοπάτορος το έτος 74 π.Χ.2
Ο Perl επισημαίνει ότι ο Σύγκελλος κάνει λάθος χρήση των δεκάδων και σε άλλους καταλόγους βασιλέων, παραθέτοντας πολυάριθμα παραδείγματα.
2 Σύμφωνα με τους Reinach, Meyer και Perl το τελευταίο γνωστό βασιλικό τετράδραχμο της Βιθυνίας χρονολογείται το 224 αλλά αυτό δεν έχει ληφθεί υπόψη καθώς ο τελευταίος Βιθυνός βασιλέας πέθανε στις αρχές αυτού του έτους και ώς συνήθως εντάχθηκε στον κατάλογο των βασιλέων με το σύνολο των χρόνων της βασιλείας του.

[5] Παρά την αδυναμία αυτής της λύσης, δεν έχει προταθεί καμία εναλλακτική σε ότι αφορά στην τροποποίηση του κειμένου. Η δυσκολία δεν έγκειται μόνο στις πρόσφατες νομισματικές μελέτες που τοποθετούν χρονολογικά τον θάνατο του Νικομήδη IV, το έτος 75 αντί του 74 π.Χ.1, θέμα το οποίο ακόμη εξετάζεται. Η λύση αυτή, πέραν του ότι υπαγορεύει την τροποποίηση του κειμένου, χρησιμοποιεί διαφορετικό σημείο αναφοράς από αυτό που αναφέρει ο Σύγκελλος. Επιπροσθέτως, δεν εξηγεί γιατί οι Βιθυνιακές και Ποντιακές δυναστείες λέγεται ότι τερματίζονται ταυτόχρονα (με απόφαση του Αυγούστου) ή γιατί ο Σύγκελλος αριθμεί δέκα βασιλείς του Πόντου ενώ οι Αππιανός και Πλούταρχος, αναφέρουν οκτώ.
1 Τονίζεται ότι, αυτή η άποψη δεν αντικατοπτρίζει την πρότερη θεώρηση κατά την οποία ο τρίτος Μιθριδατικός πόλεμος ξεκίνησε το επόμενο έτος του θανάτου του Νικομήδη IV, καταδεικνύοντας το 74 π.Χ. Ορθώς, κατά την άποψη του συγγραφέα, οι Callatay και Mastrocinque, τοποθετούν χρονικά την εισβολή του Μιθριδάτη στην Βιθυνία, την Άνοιξη του 73 π.Χ.]
[6] Στο τρίτο απόσπασμα που προαναφέρθηκε, εφαρμόστηκε παρόμοιος τρόπος. Τα διακόσια δέκα οκτώ χρόνια, σε αντίθεση με τον Σύγκελλο, μετρούν από τον θάνατο του Μιθριδάτη ΣΤ’ το 63 π.Χ. κι έτσι φτάνουμε στην ημερομηνία 281/80 π.Χ. για την αρχή της δυναστείας1. Πρόκειται βέβαια για μια επινόηση, στην οποία το θέμα των δέκα βασιλέων δεν εξηγείται ικανοποιητικά2. Για τους λόγους αυτούς, οι περισσότεροι ακαδημαϊκοί θεωρούν το έργο του Σύγκελλου ανάξιο λόγου αναφορικά με τις Ποντιακές και Βιθυνιακές βασιλικές δυναστείες.
Gabelko & Zavojkin επιχειρούν να αποδείξουν ότι ο Μιθριδάτης A´ και πιθανόν ο βασιλέας του Βοσπόρου, Σπάρτοκος Γ´, θα μπορούσαν να έχουν θεωρηθεί βασιλείς όπως συνέβη με τον Ζιποίτη της Βιθυνίας το 297 π.Χ.
2 Ο Perl δεν θεωρεί μείζον πρόβλημα την αντικατάσταση  του αριθμού δέκα με το οκτώ.

[7] Είναι προφανές ότι οι πληροφορίες από την Χρονογραφία χρήζουν προσεκτικής διόρθωσης. Ο συγγραφέας θα προσπαθήσει να τεκμηριώσει μια επιπλέον ερμηνεία η οποία δεν απαιτεί καμία αλλαγή στο κείμενο επιλύοντας ταυτόχρονα τα προαναφερθέντα ζητήματα.

[8] Ο Σύγκελλος, κατά τον υπολογισμό της διάρκειας της Μιθριδατικής δυναστείας, πιθανόν συνδύασε τις πληροφορίες από τις πηγές του, όπου ο αριθμός των βασιλέων προκύπτει από τον Διονύσιο της Αλικαρνασσού ενώ η διάρκεια της εξουσίας τους, από τον Απολλόδωρο1. Έτσι, σύμφωνα με τον Σύγκελλο, τα βασίλεια της Βιθυνίας και του Πόντου έπαψαν να υπάρχουν ταυτόχρονα το 22 ή το 14 π.Χ. ενώ η διάρκεια βασιλείας ορίζεται στα διακόσια δέκα τρία χρόνια για τους οκτώ2 Βιθύνιους βασιλείς και στα διακόσια δέκα οκτώ χρόνια για τους δέκα βασιλείς του Πόντου.
Προφανώς δεν πρόκειται για τον Απολλόδωρο τον Αρτεμητινό, συγγραφέα της ιστορίας της Παρθίας, αλλά για κάποιον άλλο άγνωστο ιστορικό με το ίδιο όνομα, ο οποίος δεν έζησε νωρίτερα από τον πρώτο αιώνα π.Χ.- βλ. αναφορά στο έργο Ποντιακά κάποιου Απολλόδωρου, από το έργο Σχόλια στον Απολλώνιο τον Ρόδιο.
2 Ο αριθμός αυτός ανταποκρίνεται στον αναγνωρισμένο αριθμό των βασιλέων της Βιθυνίας: Ζιποίτη, Νικομήδη Α´, Ζιαήλα, Προυσία Α´, Προυσία Β´, Νικομήδη Β´, Νικομήδης Γ´ και Νικομήδη Δ´

[9] Αλλά γιατί ο Σύγκελλος αναφέρει δέκα βασιλείς του Πόντου; Ο αριθμός των βασιλέων του Πόντου πρέπει να αυξήθηκε επειδή προσμετρήθηκαν είτε οι πρόγονοι του Μιθριδάτη του Κτίστη, ο οποίος είχε θεωρηθεί βασιλέας1, είτε οι επίγονοι του Μιθριδάτη ΣΤ´, ο οποίος έφερε το τίτλο του βασιλέα2. Το πρώτο ενδεχόμενο φαίνεται απίθανο, καθώς θα μετέθετε την αρχή της δυναστείας στον 4ο αιώνα π.Χ., αντίθετα με τον Σύγκελλο.
Όσο για τους επιγόνους του Μιθριδάτη ΣΤ´, ο πιο γνωστός ήταν ο Φαρνάκης Β´ και η κόρη του Δύναμις. Η βασιλεία της τελευταίας θα πρέπει να ληφθεί ιδιαίτερα υπόψη καθώς σύμφωνα με μια παράδοση τερματίστηκε το 12 π.Χ., έτος παραπλήσιο με αυτό που βρίσκουμε στον Σύγκελλο. Παρ᾽όλα αυτά, το γεγονός ότι ο Φαρνάκης Β´ και η Δύναμις βασίλεψαν στον Βόσπορο και όχι στο βασίλειο του Πόντου, είναι εμπόδιο3. Οι γιοί του Φαρνάκη Β´, Δαρείος και Αρσάκης, αμφότεροι δεν μπορούν να θεωρηθούν βασιλείς του Πόντου, ένατος και δέκατος αντίστοιχα, παρόλο που στην πραγματικότητα κυβέρνησαν τον Πόντο, ο Δαρείος μέχρι τον θάνατό του, 39-37 π.Χ.4 και ο Αρσάκης το 37-36 π.Χ.  Αυτό δεν ανταποκρίνεται στις ημερομηνίες που δίνει ο Σύγκελλος και συγκεκριμένα στην αναφορά περί απόφασης του Αυγούστου. Έτσι, θα πρέπει να αναζητήσουμε άλλους υποψήφιους, οι οποίοι θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως οι τελευταίοι εκπρόσωποι της Ποντιακής δυναστείας.
Ο Διόδωρος, για παράδειγμα, αποκαλεί το βασίλειο του Μιθριδάτη (πατέρα του Μιθριδάτη ο οποίος έφερε το προσωνύμιο Κτίστης) δυναστεία ή βασιλεία.
Ο Perl ισχυρίζεται ότι η δυναστεία των Μιθριδατών τερματίζεται με τον Μιθριδάτη ΣΤ´τον Ευπάτορα και απορρίπτει την όποια σύνδεση μεταξύ των ημερομηνιών 22/14 π.Χ. καθώς και την προαγωγή του Πολέμωνα Α´ του Ποντικού, στον θρόνο του Πόντου από τους Ρωμαίους.
Η απόπειρα των Perl και Ballesteros – Pastor’s να υιοθετήσουν την άποψη που υποστηρίζει ο Ιουστίνος, σύμφωνα με την  οποία ο Βόσπορος ήταν προπατορική κυριαρχία του Μιθριδάτη, δεν φαίνεται να πείθει. Είναι πιθανό να πρόκειται για λάθος του Ιουστίνου κατά την σύντμηση της εργασίας του Πομπήιου Τρώγου. Σε κάθε περίπτωση η νομική υπόσταση του Πόντου και του Βοσπόρου δεν θα πρέπει να θεωρείται κοινή.
4    Επιπλέον, ο Αρσάκης δεν πρέπει να θεωρείται νόμιμος βασιλέας σύμφωνα με τον Στράβωνα : φερόταν ως ηγεμόνας και ενθουσιώδης επαναστάτης, χωρίς την άδεια κάποιου Ρωμαίου ύπατου]

[10] Μια άλλη πιθανότητα συνιστούν οι ελάχιστα γνωστοί χαρακτήρες των βασιλισσών Μούσης Ορσοβάριδος και της Ωροδάλτιδος – κόρης του βασιλέα Λυκομήδη, των οποίων τα ονόματα έχουν αποτυπωθεί στην γενική πτώση σε νομίσματα που κόπηκαν στην πόλη Προυσίου Θάλασσα (Prusias ad Mare, μετονομασία της αρχαίας Ελληνικής πόλης της Κίου στην Βιθυνία. Πόλη με μακρά ιστορία που μνημονεύτηκε από τον Αριστοτέλη, τον Στράβωνα και τον Απολλώνιο το Ρόδιο). Σύμφωνα με όσα γνωρίζουμε, η Ορσόβαρις ήταν κόρη του Μιθριδάτη ΣΤ´ (Αππιανού Μιθριδάτειος 117)1 ενώ σχετικά με την Ωροδάλτιδα, ο Reinach πιστεύει ότι ήταν κόρη της Ορσοβάρεως από τον γάμο της με τον Λυκομήδη, θρησκευτικό άρχοντα των Κομάνων2. (…Υἱὸς δ’ αὐτοῦ τὴν ἱερωσύνην παρέλαβεν· εἶθ’ ὕστερον Λυκομήδης, ᾧ καὶ τετράσχοινος ἄλλη προσετέθη· – Στράβων Γεωγραφικά ΙΒ´ 35 – Η πόλη Κόμανα έφερε το προσωνύμιο Ποντική για να διακρίνεται από την ομώνυμη πόλη της Καππαδοκίας – Ο θρησκευτικός άρχων ήταν αξιωματικά αμέσως μετά τον βασιλέα του Πόντου, Ιστορία των νομισμάτων 1898 σ.8). Δυστυχώς δεν γνωρίζουμε περισσότερα γι᾽ αυτές τις δύο γυναίκες, αλλά πιθανόν να μην είναι τυχαίο το ότι κυβέρνησαν την Προυσίου Θάλασσα, εφόσον η πόλη αυτή η οποία ήταν πρότερα γνωστή ως Κίος, αν δεν ήταν το επίκεντρο της  πρωτοεμφανιζόμενης δυναστείας των Μιθριδατών, ήταν τουλάχιστον μέρος του κληροδοτήματος της οικογένειας. Συνεπώς, Ορσόβαρις και Ωροδάλτις μπορούν να θεωρηθούν διάδοχες του Μιθριδάτη ΣΤ´ στον θρόνο του Πόντου, παρόλο που αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς, το βασίλειο είχε πάψει να υπάρχει3. Προφανώς οι Ρωμαίοι ενέκριναν την κοινωνική τους υπόσταση (όπως στην περίπτωση του Λυκομήδη, πατέρα της Ωροδάλτιδος) και την βασιλεία τους για μια ουσιαστική χρονική περίοδο, έτσι ώστε η υπόστασή τους να μπορεί να αποτυπωθεί στην ιστορική παράδοση.
Ο Αππιανός αναφέρεται διαφορετικά στο όνομα ως Ορσάβαρις. Φαίνεται να περιγράφει λανθασμένα ότι ο Πομπήιος, μετά τον θρίαμβό του στην Ρώμη, απέστειλε τους ευγενείς κρατουμένους στις γενέτειρές τους πλην αυτών που ανήκαν στην Μιθριδάτειο βασιλική οικογένεια. Η Ορσόβαρις, μεταφέρθηκε στην Μικρά Ασία από τους εχθρούς του Πομπήιου – Syme (1995,174). Δυστυχώς η αποτύπωση του δεύτερου ονόματός της, ως Μούσα, δεν είναι ευκρινής στα νομίσματα.
Η υπόθεση φαίνεται να είναι ορθή καθώς και οι δύο βασίλισσες κυβέρνησαν την ίδια πόλη και είχαν συγγενή Ιρανικά ονόματα. Η άποψη ότι η Ωροδάλτις δεν υπήρξε βασίλισσα αλλά κόρη βασιλέα, αμφισβητείται έντονα από την νομισματική θεώρηση της εποχής.
3    Πιθανόν ο Σύγκελλος να προσμέτρησε όχι μόνον τους βασιλείς αλλά και τις βασίλισσες που κυβέρνησαν ανεξάρτητα. Υποδεικνύει τουλάχιστον δύο φορές τα χρόνια διακυβέρνησης της Κλεοπάτρας VII (573) και περιλαμβάνει την βασιλεία της στην συνολική διάρκεια της δυναστείας των Πτολεμαίων στην Αίγυπτο (584). Παρ᾽ όλα αυτά, η αναπαράσταση της ιστορίας των δυναστειών του Πόντου όπως περιγράφεται εδώ, αποκλείει από τον βασιλικό κατάλογο την Λαοδίκη, χήρα του Μιθριδάτη Ε´ του Ευεργέτη και μητέρα του Μιθριδάτη ΣΤ ´, η ο οποία ήταν η μόνη αντιβασίλισσα μετά την δολοφονία του συζύγου της. Η πιθανότητα, κάποια αδελφή του Φαρνάκη Α´ και του Μιθριδάτη Δ´ με το όνομα Λαοδίκη να βασίλεψε για κάποιο χρονικό διάστημα περί το 150 π.Χ., έχει συζητηθεί από μερικούς ιστορικούς, αν και κατά την άποψη του συγγραφέα, μοιάζει απίθανη ]

[11] Μελετώντας την γενεαλογία των δύο βασιλισσών αποκαλύπτεται ότι ο ανταγωνισμός των δυναστειών της Βιθυνίας και του Πόντου τις ακολούθησε για μια ακόμη φορά1 , για να πάψει οριστικά αμέσως μετά. Ο Λυκομήδης, πατέρας της Ωροδάλτιδος, υποτίθεται ότι ήταν ο περιβόητος «διεκδικητής» ο οποίος ανεπιτυχώς αξίωσε τον θρόνο μετά τον θάνατο του Νικομήδη Δ´ (Σαλλούστιος Historiae 2.71). Αυτός και η κόρη του, μπορούν να θεωρηθούν ως άμεσοι εκπρόσωποι της βασιλικής οικογένειας της Βιθυνίας παρόλο που σχετίζονταν με αυτήν των Μιθριδατών, μέσω ενός και μοναδικού συνδέσμου που ήταν η γιαγιά του, Λαοδίκη2. Αν είχε πράγματι παντρευτεί την Ορσόβαρι, την κόρη του Μιθριδάτη, τότε η κόρη τους Ωροδάλτις μπορεί να θεωρηθεί ως μια Βιθύνια – Ποντιακή βασίλισσα, η οποία ηγεμόνευσε σε μια πόλη που σχετιζόταν άμεσα με αμφότερες τις δυναστείες.

O Perl δεν έχει απόλυτο δίκιο όταν προτείνει την άποψη ότι οι σχέσεις ανάμεσα στις δυναστείες των βασιλείων υπήρχαν ακόμη και κατά την διάρκεια της ηγεμονίας του Μιθριδάτη Ε´του Ευεργέτη και του Νικομομήδη Β’ του Επιφανή, επικαλούμενος το κοινό για δύο δυναστείες όνομα, Νύσσα. Στην πραγματικότητα η Νύσσα της Βιθυνίας ήταν κόρη του Καππαδόκη βασιλέα Αριαράθη ΣΤ´ και της Λαοδίκης, αδελφής του Μιθριδάτη ΣΤ´. Παντρεύτηκε τον Νικομήδη Γ´ και η σχέση των δυναστειών της Βιθυνίας και του Πόντου διαμορφώνεται σε αυτήν την περίπτωση (συγκρινόμενη με τον υποτιθέμενο γάμο Λυκομήδη και Ορσόβαρις) με την μεσολάβηση της δυναστείας των Αριαραθών.

Αξίζει την ιδιαίτερη προσοχή μας ο περίεργος χαρακτηρισμός που του απευθύνει ο συγγραφέας του Αλεξανδρινού Πολέμου : «ο πλέον ευγενής Βιθυνός…από την Καππαδοκινή βασιλική δυναστεία». Αυτό φανερώνει μια μέθοδο διπλής καταγωγής, πατρικής και μητρικής, για κάποιους από τους βασιλείς της εποχής, το οποίο είναι πολύ σημαντικό για τον προσδιορισμό της καταγωγής και της κοινωνικής υπόστασης της Ωροδάλτιδος. Μπορεί να συγκριθεί με την πραγματική και την φανταστική γενεαλογία του Μιθριδάτη της Περγάμου. Κατά την άποψη του συγγραφέα, ο Λυκομήδης δεν ήταν γιός του Νικομήδη Δ´, αλλά η Νύσσα ήταν μητέρα του.
Τα ζητήματα που αφορούν στην γενεαλογία των βασιλικών δυναστειών ήταν ύψιστης σημασίας στις περιοχές της Μικράς Ασίας και της Μαύρης Θάλασσας κατά το δεύτερο μισό του πρώτου αιώνα προ Χριστού, όταν οι Ρωμαίοι διευθετούσαν το πλέγμα των δυναστειών. Κάθε πληροφορία αναφορικά με τις σχέσεις των ηγεμόνων ελκύει το ιστορικό ενδιαφέρον. Είναι αξιοσημείωτο ότι η πραγματική ή η φανταστική σχέση των βασιλέων κατά τους Ελληνιστικούς χρόνους (με αντιπροσωπευτικό παράδειγμα την δυναστεία των Ατταλιδών) αποτέλεσε θέμα μείζονος σημασίας ανάμεσα στους εκπροσώπους της αριστοκρατίας στην Μικρά Ασία ακόμη και τον πρώτο μετά Χριστόν αιώνα.]

[12] Ο Λυκομήδης πιθανόν να ήταν πενήντα χρόνων όταν ο Καίσαρας τον διόρισε ανώτατο θρησκευτικό άρχοντα στο ιερατείο της πόλης των Κομάνων το 47 π.Χ. καθώς περιγράφηκε ως ηλικιωμένος, όταν ο Αύγουστος του αφαίρεσε την εξουσία, το 31 π.Χ. [ἀφείλετο … καὶ Λυκομήδην ἐν μέρει τοῦ Καππαδοκιοῦ Πόντου βασιλεύοντα (Dio. Cass. 51.2)] Όπως είναι γνωστό, κατείχε τον βασιλικό τίτλο τουλάχιστον από τότε που εκθρόνισε τον Αρσάκη (Στράβων 12.3.38).

Σε ότι αφορά τον χρονικό προσδιορισμό του γάμου μεταξύ του Νικομήδη και της Ορσοβάρεως, δύο είναι τα πιθανά ενδεχόμενα : περί το 74 π.Χ., όταν ο Λυκομήδης πάσχιζε για τον θρόνο της Βιθυνίας και μετά το 63 πΧ., όταν η Ορσόβαρις φυγαδεύτηκε στην Μικρά Ασία. Το τελευταίο είναι και το πιο πιθανό καθώς σε διαφορετική περίπτωση θα ήταν πολύ δύσκολο να εξηγηθεί η παρουσία της στον θρίαμβο του Πομπήιου. Το 63 π.Χ. βρισκόταν πιθανόν με τον πατέρα της όταν συνελήφθη από τους Ρωμαίους. Κατά συνέπεια η Ωροδάλτις, κόρη του Λυκομήδη και της Ορσοβάρεως θα ήταν ακόμη σε νεαρή ηλικία το 22 π.Χ. (όπως επιβεβαιώνεται από απεικονίσεις τυο προσώπου της στα νομίσματα) και δεν είναι ενδεχόμενο να είχε πεθάνει πριν από αυτήν την ημερομηνία. Έτσι, είναι πολύ πιθανό ότι θα μπορούσε να είχε καθαιρεθεί στην Κίο ῾῾με απόφαση του Αυγούστου᾽᾽ κατά την διάρκεια των διοικητικών ανασχηματισμών στην Μικρά Ασία. Σημειωτέον ότι, η παύση των Βιθυνικών και Ποντικών δυναστειών σύμφωνα με τον Σύγκελλο  το 22 π.Χ., ανταποκρίνεται με ακρίβεια στην ημερομηνία της επιχείρησης του Μάρκου Βιψάνιου Αγρίππα στην Ανατολή. Δεν αποτελεί σύμπτωση επίσης το ότι ο Σκριβώνιος, αυτοπαρουσιάζεται ώς εγγονός του Μιθριδάτη ΣΤ´του Ευπάτορα (Dio Cass. 54.24.4), στον Βόσπορο, υποστηριζόμενος από τους Αύγουστο και Αγρίππα, αμέσως μετά την καθαίρεση των διαδόχων του Μιθριδάτη στην Μικρά Ασία. Άρα, το γνώριμο χωρίο του Στράβωνα (12.31.1) : «Αλλά στην συνέχεια οι Ρωμαίοι έπαρχοι άλλαζαν από καιρό σε καιρό τον καταμερισμό της περιοχής, τοποθετώντας όχι μόνον βασιλείς και ηγεμόνες αλλά σχετικά με τις πόλεις, άλλες ελευθέρωναν, άλλες παρέδιδαν σε μονάρχες και άλλες άφηναν στην διάθεση του Ρωμαϊκού λαού», ισχύει και για την περίπτωση της Βιθυνίας.

[13] Βέβαια, δεν έχει ακόμη ξεκαθαριστεί, το πώς οι πηγές του Σύγκελλου (Διονύσιος και Απολλόδωρος (;)) θα μπορούσαν να έχουν στην διάθεσή τους πληροφορίες που αφορούν τόσο ελάχιστα γνωστές προσωπικότητες όπως η Ορσόβαρις και η Ωροδάλτις, αλλά φαίνεται ότι ακριβώς αυτή η πληροφορία παρατίθεται «καλή τη πίστει» από τον βυζαντινό συγγραφέα, σύμφωνα με τον Perl. Αυτή η εισήγηση λύνει το μυστήριο των «δέκα βασιλέων του Πόντου» και εξηγεί μερικώς γιατί ο Σύγκελλος αναφέρει μόνο οκτώ Βιθύνιους βασιλείς, την στιγμή που εκ των πραγμάτων, υπήρχαν δύο ακόμη μέλη της βασιλικής γενεάς (ο βασιλέας Λυκομήδης και η βασίλισσα Ωροδάλτις). Το βασίλειο της Βιθυνίας, αντίθετα με αυτό του Πόντου, διαλύθηκε μετά τον θάνατο του Νικομήδη Δ’ και οι Ρωμαίοι διόλου ενδιαφέρονταν για την επανασύστασή του. Επιπλέον, όπως έχει ήδη ειπωθεί, ο Λυκομήδης δεν ήταν νομότυπος γιός του τελευταίου Βιθύνιου βασιλέα. Αυτό μπορεί να προκάλεσε την ασυμφωνία στα στοιχεία του Σύγκελλου σχετικά με τον αριθμό των αδιαμφισβήτητων βασιλέων και της πραγματικής συνολικής διάρκειας της ηγεμονίας τους, με αυτά των αμφίβολων απογόνων. Αυτή η διάκριση ίσως να ώθησε τον Σύγκελλο  να γράψει την ακόλουθη σημείωση αναφορικά με τους βασιλείς της Βιθυνίας: ὡν τὰ ὀνόματα δηλωθήσεται1.
1 Μια παρόμοια σημείωση είχε γίνει αναφορικά με τους βασιλείς της Περγάμου, ίσως επειδή ήταν αναγκαίο να διευκρινιστεί  η κοινωνική θέση του Ευμένη Γ´. Το γεγονός είναι σημαντικό καθώς φανερώνει ότι ο Σύγκελλος σύμφωνα πάντα με τις πηγές του, δεν εξαιρούσε τους πρώην ηγέτες από την καταγραφή του.

[14] Η αυγή των Ποντιακών και Βιθυνιακών δυναστειών, μπορεί επίσης να καθοριστεί σύμφωνα με τον Σύγκελλο . Μετρώντας 218 και 213 χρόνια από το 14 π.Χ. και προς τα πίσω, δεν βρίσκουμε κάποια σύνδεση με σημαντικά γεγονότα στην ιστορία των δύο κρατών. Αλλά με αφετηρία το 22 π.Χ., φθάνουμε στο 240 π.Χ. ως αρχή του βασιλείου του Πόντου και στο 235 π.Χ. για το Βιθυνιακό. Αυτές οι ημερομηνίες είναι ιδιαίτερα σημαντικές και σχεδόν καθόλου τυχαίες. Είναι πολύ πιθανό, το έτος 240/239 π.Χ. να παντρεύτηκε ο Μιθριδάτης Β᾽ με την Λαοδίκη, αδελφή του Σέλευκου Β´ και αυτός ο γάμος να ενδυνάμωσε τον προ Σελευκιδικό προσανατολισμό στην εξωτερική πολιτική του Πόντου και να εξομοίωσε το βασίλειο με τις υπόλοιπες Ελληνιστικές δυνάμεις.

[15] Σχετικά με την Βιθυνία, υπάρχει μια παρόμοια πληροφορία για τον γάμο της κόρης του τρίτου βασιλέα Ζιαήλα με τον Αντίοχο (Ιέραξ) αδελφό του Σέλευκου Β´. Η ακριβής ημερομηνία αυτής της δυναστικής σύζευξης, είναι άγνωστη αλλά θα μπορούσε να συνδεθεί με τον επονομαζόμενο «Πόλεμο των Αδελφών» μεταξύ των Σέλευκου Β´ και Αντίοχου (Ιέραξ) – όπως ακριβώς ο γάμος μεταξύ του Μιθριδάτη Β´και της Λαοδίκης. Η χρονολόγηση αυτών των γεγονότων είναι ασαφής. Το τέλος της διαμάχης των αδελφών συχνά σημειώνεται το 237 ή το 236 π.Χ. και ο Chr. Habicht προτείνει το ενδεχόμενο η κόρη του Βιθυνού βασιλέα να παντρεύτηκε τον Ιέρακα πριν από αυτό, αλλά το τέλος του εμφυλίου θεωρείται βέβαιο ότι ήταν επακόλουθο της μάχης στην Άγκυρα το 238 π.Χ., όπως υποστηρίζουν οι Πορφύριος και Ευσέβιος. Λαμβάνοντας υπόψη τις αποδείξεις, το 235 π.Χ. φαίνεται πιο πιθανό έτος για την τέλεση του γάμου, καθώς ο Ιέραξ δεν είχε ανάγκη της υποστήριξης του Βιθυνού βασιλέα, προτού συνάψει ειρήνη με τον αδελφό του. Στην συνέχεια, ο Αντίοχος προετοιμάστηκε για μάχη με τον Άτταλο Α’, στην οποία ο Ζιαήλας θα ήταν γι᾽ αυτόν πολύτιμος σύμμαχος, καθώς είχε ήδη βρεθεί προηγουμένως, σε διαμάχη με τον βασιλέα της Περγάμου. Στην πραγματικότητα, ο βασιλέας της Βιθυνίας παρενέβη στην σύγκρουση μεταξύ Αντίοχου και Άτταλου και πέθανε από τα χέρια Γαλατών μισθοφόρων οι οποίοι τον πρόδωσαν.

[16] Είναι αυτός επαρκής λόγος που υπαινίσσεται ότι οι πηγές που αναφέρει ο Σύγκελλος χρησιμοποιούσαν τις διαδυναστειακές σχέσεις για να καθορίσουν την αρχή των δυναστειών του Πόντου και της Βιθυνίας; Κατά την άποψη του συγγραφέα, είναι πολύ πιθανό, ιδιαίτερα επειδή μια παρόμοια περίσταση βρίσκεται στην αναφορά του για την Καππαδοκία. Ο Σύγκελλο ς γράφει (523) : Καππαδοκῶν βασιλεῖς ζ ́ χρόνους ρξ ́ διαρκέσαντες κατὰ τούτους ἤρξαντο τοὺς χρόνους ὡς Διόδωρος γράφει δηλαδή Επτά1 βασιλείς της Καππαδοκίας των οποίων η ηγεμονία διήρκεσε εκατόν εξήντα χρόνια, κυβέρνησαν εκείνη την εποχή, όπως γράφει ο Διόδωρος. Αν η δυναστεία των Αριαραθών έπαυσε να υπάρχει με τον θάνατο του Αριαράθη H´ (περ.100-98 π.Χ.)2 τότε η αρχή πρέπει να βρίσκεται γύρω στο 260 π.Χ. Είναι πολύ πιθανό, στον γάμο του γιού του Αριαράμνη (περ.280 – περ.230 π.Χ.), ο μελλοντικός βασιλέας Αριαράθης Γ´(περ.230 – 220 π.Χ.) και η Στρατονίκη, αδελφή του Αντίοχου Β´ του Θεού3, να χρησιμοποιήθηκαν ως ενδείξεις για την αρχή της δυναστείας. Παρά το ότι ο Αριαράμνης βασίλευσε στην Καππαδοκία ανεξάρτητα, ο τίτλος του βασιλέα εμφανίζεται μόνο στα νομίσματα του Αριαράθη Γ´, προφανώς ως ένδειξη αναγνώρισής του από τον Σελευκίδη βασιλέα. Φαίνεται εν τούτοις ότι η επιγαμία με την δυναστεία των Σελευκίδων έπαιξε σημαντικό ρόλο στον προσδιορισμό της αρχής των δυναστειών στις ιστορικές πηγές που χρησιμοποίησε ο Σύγκελλος.

1 Το ζήτημα αναφορικά με τους Επτά Βασιλείς είναι μάλλον συγκεχυμένο. Αρχίζοντας από τον Αριαράθη Γ’, ο οποίος έλαβε πρώτος το βασιλικό αξίωμα, μέχρι την άνοδο του Αριοβαρζάνη Α’ , εκπροσώπου μιας νέας δυναστείας, στον θρόνο, είναι γνωστό ότι στον θρόνο της Καππαδοκίας κάθισαν οκτώ βασιλείς, με τις χρονολογίες να δίνονται κατά προσέγγιση : Αριαράθης Γ´ (230-220 π.Χ.), Αριαράθης Δ´ο Ευσεβής (220-163 π.Χ.), Αριαράθης Ε´ ο Ευσεβής και Φιλοπάτωρ (163-130 π.Χ.), Οροφέρνης (161-159 π.Χ.), Αριαράθης ΣΤ´ο Επιφανής και Φιλοπάτωρ (130-116 π.Χ.), Αριαράθης Ζ´ ο Φιλομήτωρ (116-101 π.Χ.), Αριαράθης Θ´ ο Ευσεβής και Φιλοπάτωρ (101-87 ή 100-85 π.Χ.) και Αριαράθης Η´ (100-98 π.Χ.). Η βασίλισσα Νύσσα (Λαοδίκη σύμφωνα με τον Ιουστίνο), η οποία ήταν ουσιαστικά αντιβασίλισσα του νεαρού της γιού Αριαράθη ΣΤ´ και απεικονίζεται μαζί του σε νομίσματα, θα έπρεπε επίσης να προστεθεί.  Ωστόσο κρίνοντας από το παράδειγμα του Πόντου (παρ.10 σχ. 3) οι Αντιβασιλεύουσες δεν συνυπολογίζονταν στους καταλόγους των δυναστειών. Προφανώς, ο Σύγκελλος δεν έλαβε υπόψη του κάποιον από τους προαναφερθέντες βασιλείς χωρίς να γνωρίζουμε ποιόν. Υπάρχουν τρείς βάσιμες εκδοχές:

α. Οροφέρνη, επειδή σφετερίστηκε την εξουσία από τον νόμιμο βασιλέα και αδελφό του, Αριαράθη Ε´,
β. Αριαράθη Θ’, επειδή ήταν γιός του Μιθριδάτη ΣΤ´του Ευπάτορα και δεν είχε καμία σχέση με την Καππαδοκινή δυναστεία και
γ. Αριαράθη Η´, ο οποίος βασίλευσε για πολύ σύντομο χρονικό διάστημα (πιθανώς να μην  πρόλαβε να αναλάβει βασιλικά καθήκοντα, αν και του αποδίδονται εικόνες σε νομίσματα). Φαίνεται δόκιμο να διαλέξουμε την πρώτη ή την δεύτερη εκδοχή αν και καμία από αυτές καταφέρνει να εξαλείψει όλα τα προβλήματα.

Μπορούμε να υποθέσουμε ότι ο Λυκομήδης ενώ ανήκε στην Καππαδοκική βασιλική οικογένεια, δεν θεωρήθηκε νόμιμος διάδοχος του θρόνου, εφόσον μετά τον θάνατο του Αριαράθη  Η’, ίδρυσε νέα δυναστεία.
Ο Perl ο οποίος αντιτάχθηκε σθεναρά σε αυτή την μετάβαση, προτείνει την αλλαγή της χρονολογίας με το 164 (ρδξ) συγχρονίζοντας την αρχή της ηγεμονίας της Καππαδοκινής δυναστείας σύμφωνα με τον Σύγκελλο , με την ημερομηνία ίδρυσης της πόλης της Νικομήδειας. Ωστόσο δεν υπάρχουν βάσιμα στοιχεία για έναν τέτοιο συλλογισμό. Σε τέτοια περίπτωση το πέρασμα (και συνεπώς η εγκαθίδρυση της συμμαχίας μεταξύ της Σελευκιδικής και της Καππαδοκινής δυναστείας) δεν πρέπει να χρονολογηθεί με βάση την βασιλεία του Αντίοχου Β´, αλλά με τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Αντίοχου Α´, ο οποίος σκοτώθηκε το 261 π.Χ. Αυτό σίγουρα αντικρούει στην πληροφορία του Διόδωρου: Αυτός (ο Αριαράμνης) σύναψε γάμο-συμμαχία με τον Αντίοχο τον αποκαλούμενο Θεό, παντρεύοντας την κόρη του Αντίοχου με τον γιό του, Αριαράθη.

[17] Αντίθετα με την κατάσταση στην Καππαδοκία, οι ηγέτες του Πόντου και της Βιθυνίας κατείχαν τον τίτλο του βασιλέα προγενέστερα της σύναψης πολιτικών και δυναστικών σχέσεων με τους Σελευκίδες. Αναλόγως, οι πηγές του Σύγκελλου δεν αγνοούν τους πρότερους βασιλείς του Πόντου και της Βιθυνίας, αλλά τους περιλαμβάνουν στον κατάλογο των βασιλέων. Εξάλλου, δεν υπάρχει απόδειξη σχετικά με μεταβολές στα αξιώματά τους ή απόδοση κάποιων χαρακτηριστικών στην δύναμή του Μιθριδάτη Β´ και του Ζιαήλα της Βιθυνίας (παρόλο που δεν έχουμε επαρκή πληροφόρηση για αυτούς τους βασιλείς).

[18] Από νομικής απόψεως ωστόσο, αυτοί οι γάμοι ήταν ύψιστης σημασίας, με την συμπεριφορά των Αριαράμνη και Αριαράθη Γ´ να δημιουργούν ένα προηγούμενο με την αντίζηλη δυναστεία των Μιθριδατών και το παράδειγμα του βασιλέα του Πόντου να ακολουθείται από τον Ζιαήλα. Παρομοίως ο Μιθριδάτης ο Κτίστης τιτλοφορήθηκε βασιλέας το 297 π.Χ., παραδειγματιζόμενος από τον Ζιποίτη. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι συμμαχίες που προέκυψαν από τους γάμους, χρησιμοποιήθηκαν για τον υπολογισμό του χρόνου στην εσωτερική τους δομή. Βιθυνία και Πόντος, χρησιμοποίησαν διαφορετική χρονολόγηση και δεν είναι γνωστά  για οποιαδήποτε από τις τρείς πολιτείες, νομίσματα ή επιγραφές που να αναφέρονται σε ημερομηνίες σύμφωνες με το χρονοδιάγραμμα του Σύγκελλου. Παρ᾽ όλα αυτά, η υπόθεση που παρατέθηκε, τονίζει το πόσο σημαντικό ήταν για τους βασιλείς της Μικράς Ασίας να συνάπτουν διαδυναστειακές σχέσεις με εκπροσώπους της δυναστείας των Σελευκιδών.

[19] Είναι αναγκαίο να εξεταστεί αν τα δεδομένα του Σύγκελλου προέρχονταν από την πλευρά των Σελευκιδών ή από την περιοχή της Ανατολίας. Θα ήταν φυσικό να αναμένουμε ότι η καταμέτρηση ετών στις τρείς αυτές δυναστείες της Μικράς Ασίας, από τις γαμήλιες συμμαχίες με εκπροσώπους του παλατιού των Σελευκιδών, θα έχει τις ρίζες της στους ιστορικούς της αυλής των Σελευκιδών βασιλέων. Σε αυτή την περίπτωση οι γάμοι θα μπορούσαν να ερμηνευτούν ως διάθεση της γενναιοδωρίας των Σύριων βασιλέων προς την αφρόκρεμα των ῾῾βαρβάρων᾽᾽. Η πρακτική αυτή δεν προτείνεται επί τούτω, αλλά αντλείται από τις αρχαίες Μακεδονικές παραδόσεις, οι οποίες απόκτησαν γερά ερείσματα την εποχή των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Σύμφωνα με την παράδοση αυτή, οι γάμοι με γυναίκες από βασιλική οικογένεια, έδιναν στους συζύγους το δικαίωμα ανάρρησης στην βασιλική εξουσία1. Αυτό μοιάζει ιδιαίτερα σημαντικό εξαιτίας του πολιτικού παρασκηνίου στο οποίο πρωταγωνίστησαν οι εκπρόσωποι της προηγούμενης δυναστείας των Σελευκιδών.

[20] Οι Αντίοχος Β´ και Σέλευκος Β´, νυμφεύθηκαν αμφότεροι συζύγους με το όνομα Λαοδίκη, κόρες του Αχαιού του Μεγάλου και του Αχαιού του Νεώτερου, αντίστοιχα. Το αξιοπερίεργο είναι ότι η καθιέρωση της συμμαχίας μεταξύ Βιθυνίων και Σελευκιδών, διέφερε από αυτήν των Μιθριδατών με τους Αριαράθες, καθώς σε αυτήν την περίπτωση η πριγκίπισσα της Βιθυνίας παντρεύτηκε τον ηγεμόνα των Σελευκιδών και όχι το αντίστροφο. Αλλά αυτό μπορεί να εξηγηθεί από το κοινό συμφέρον των Ζιαήλα και Αντιόχου (Ιέραξ) για εξεύρεση ενός δυνατού συμμάχου2 και τον διακαή πόθο του Ζιαήλα να μην βρεθεί δεύτερος στην σειρά των βασιλέων του Πόντου και της Καππαδοκίας, οι οποίοι είχαν ήδη συνάψει σχέσεις με την αυλή των Σελευκιδών3. Προφανώς, για αυτήν την σύμπραξη ίσχυε το ίδιο καθεστώς με τους γάμους των Σελευκιδών πριγκιπισσών με τους εκπροσώπους των Αριαράθειων και Μιθριδάτειων δυναστειών και φανερώνει ότι η αρχική ιδέα τέτοιων γάμων είχε αλλάξει και είχε γίνει λιγότερο σημαντική.

Ιδιαίτερη προσοχή έχει δοθεί στην ιερή διάσταση της απόδοσης του βασιλικού αξιώματος ως αποτέλεσμα γάμου με γυναίκα της Μακεδονικής βασιλικής δυναστείας. Για τους εκπροσώπους της ανατολικής άρχουσας τάξης, η συνήθης νομική διάσταση της σύστασης τέτοιων δυναστειακών συνδέσεων, ήταν πολύ περισσότερο αναγκαία.
2 Αναφορικά με την σημασία του γάμου αυτού για τον Ιέρακα, κάποιοι μελετητές συμφωνούν με την άποψη ότι μετά την ήττα του από τον Άτταλο κοντά στην μικρή αρχαία Ελληνική πόλη Αφροδισιάδα, κατέφυγε στην Βιθυνία όπου και παρέμεινε έως τον θάνατο του πεθερού του.
3 Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Ζιαήλας ξεκίνησε την πολιτική του σταδιοδρομία ως σφετεριστής, καθώς στέρησε την εξουσία από τους ετεροθαλείς αδελφούς του, παρά την διαθήκη του Νικομήδη Α´. Ο άτυπος τίτλος βασιλεύς Βιθυνίων, που χρησιμοποιήθηκε σε μια επιστολή προς το δημοτικό συμβούλιο και τον λαό της Κω, επαληθεύει ότι το αξίωμα του Ζιαήλα αποκτήθηκε μετά την εμφύλια διαμάχη.

[21]  Έτσι, η πρωτοβουλία για την απονομή του βασιλικού αξιώματος στους εκλεκτούς της Μικράς Ασίας, μπορεί να ανήκει στους Σελευκίδες βασιλείς, αλλά οι ηγεμόνες της Μικράς Ασίας την αποδέχτηκαν ευχαρίστως. Ωστόσο, οι πληροφορίες του Διόδωρου αναφορικά με την γενεαλογία των Καππαδοκίων βασιλέων, διακρίνονται από την ξεκάθαρη αναφορά στην πηγή τους (31.19.1): «λέγουσιν … οἱ τῆς Καππαδοκίας βασιλεῖς». Αν υποθέσουμε ότι αυτή η φράση αναφέρεται όχι μόνον στην σχέση των Αριαραθών με τους Αχαιμενίδες, τότε θα μπορούσε να υποδεικνύει την προέλευση της προπαγάνδας ή τουλάχιστον να υπογραμμίζει την ύψιστη σημασία της για τους κυβερνήτες της Μικράς Ασίας. Σε αυτή την σκέψη συνηγορούν η αλλαγή της γραφής και οι επεξηγήσεις στο τετράδραχμο του Αριαράθη Γ´.

[22] Η έκφραση «η γλώσσα της εξουσίας» γίνεται αντιληπτή ως μέσο επικοινωνίας ανάμεσα στους Σελευκίδες ηγεμόνες και τις Ελληνικές πόλεις και συνιστά την κεντρική ιδέα της. Από την ιστορική ανάλυση του Σύγκελλου προτείνεται ότι ίδια διαπραγματευτικά «εργαλεία» υιοθετήθηκαν και διατηρήθηκαν στις σχέσεις των Σελευκιδικών δυναστειών με τους εκπροσώπους των βασιλείων της Μικράς Ασίας τουλάχιστον μέχρι τον τρίτο προ Χριστού αιώνα, πριν την μη αναστρέψιμη αποδυνάμωση του βασιλείου των Σελευκιδών που ακολούθησε την ήττα στον πόλεμο με την Ρώμη. Προφανώς η έννοια του βασιλικού δικαιώματος δεν ήταν απόλυτη και οι κυβερνήτες, εξαιρουμένων αυτών με μακεδονική καταγωγή,  χρησιμοποιούσαν προπαγανδιστικές μεθόδους οι οποίες απέκλειαν τους αντιπροσώπους της Σελευκιδικής αυλής το γεγονός ότι ο Μιθριδάτης ΣΤ´ ο Ευπάτωρ, έλαβε την τιμητική διάκριση «βασιλεύς των βασιλέων» από τους Αχαιμενίδες, είναι η καλύτερη απόδειξη γι᾽ αυτό. Όσο κι αν η κληρονομιά των Αχαιμενιδών, με όλη την σπουδαιότητά της, ήταν εστιασμένη στο παρελθόν, οι επαφές με τις επιφανείς Ελληνιστικές ηγεσίες έγιναν αναγκαίος παράγοντας στην νέα πολιτική πραγματικότητα η οποία απασχόλησε τις μοναρχίες στην Μικρά Ασία.

[23]  Η επιμειξία με το βασίλειο των Σελευκιδών, το οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί ο διάδοχος της αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών και του Μεγάλου Αλεξάνδρου, είχε ενεργό ρόλο ηγετικής σημασίας. Η σύσταση διασυνδέσεων μεταξύ δυναστειών και Σελευκιδών βασιλέων φανερώθηκε ως πολλά υποσχόμενη στους κυρίαρχους της Μικράς Ασίας. Σημειώνεται ότι οι εκπρόσωποι της Σελευκιδικής δυναστείας δεν είχαν ιδέα περί ενδεχόμενης «ανάρμοστης σχέσης» αλλά είναι αναγκαίο να τονιστεί ότι ο όρος ῾῾ανάρμοστη᾽᾽ θα μπορούσε να εισαχθεί εφόσον η νομική υπόσταση, του συνόλου της δυναστείας αλλά και των δυνητικών διαδόχων της, θα ήταν ήδη εγγυημένη1. Οι Σελευκίδες βασιλείς θέσπισαν νομικές συνθήκες που προσέφεραν αμοιβαία οφέλη, με στόχο να εξασφαλίσουν ότι οι γάμοι μεταξύ εκπροσώπων της δυναστείας τους και τοπικών αρχόντων, δεν θα θεωρούνταν μοργανατικοί (δώρα πολιτειακού χαρακτήρα) και δεν θα κατέστρεφαν το κύρος των βασιλέων. Μια από αυτές τις συνθήκες ήταν η προϋπόθεση ότι αυτοί που θα σχετίζονταν με την Σελευκιδική δυναστεία θα αποδέχονταν και την κοινή τους αντιμετώπιση. Η προσπάθεια για πραγματική πολιτική ανεξαρτησία συνδυασμένη με την επιθυμία εγκαθίδρυσης ισότιμων σχέσεων με την δυναστεία των Σελευκιδών, έγινε με πολλούς τρόπους, συνδετικός κρίκος για τα τέσσερα βασίλεια της Ανατολίας, του Πόντου, της Περγάμου, της Βιθυνίας και της Καππαδοκίας.

[24] Μια λεπτομερής εξέταση των διασυνδέσεών τους με τους εκπροσώπους της δυναστείας των Σελευκιδών αποκαλύπτει κάποιες διαφοροποιήσεις στο πρότερο νομικό καθεστώς και αυτών των βασιλείων. Αυτό το πλέγμα των αντιλήψεων θα μπορούσε με κάποιο τρόπο να αντανακλάται στην ιστορική παράδοση αν και την μετάδοσή του μπορούμε να προσεγγίσουμε μόνο υποθετικά. Η Χρονογραφία του Γ. Σύγκελλου μάλλον αναπαρέστησε κάποια στοιχεία της. Οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της Σελευκιδικής προπαγάνδας δεν θα πρέπει να μας ξενίζουν, αν λάβουμε υπόψη ότι ο υπολογισμός του χρόνου όπως γινόταν κατά την εν λόγω εποχή, χρησιμοποιείται ακόμη στις μέρες μας σε κάποιες περιοχές της Μέσης Ανατολής.
1 Eπισήμανση του Bikerman Ε. 1985 Gosudarstvo Selevkidov. Ο Αντίοχος Γ´, ο οποίος είχε αποκτήσει απογόνους με την σύζυγό του Λαοδίκη, εκπρόσωπο της βασιλικής οικογένειας των Μιθριδατών, μπορούσε έτσι, να νυμφευθεί για δεύτερη φορά με γυναίκα μη βασιλικής καταγωγής (όπως και έπραξε) κατά την παραμονή του στην Εύβοια (Πολύβιος 20.8, Λίβιος 36.17.1).


Το παρόν άρθρο βασίζεται στο δοκίμιο «The dynastic history of the Hellenistic monarchies of Asia Minor according to the Chronography of George Synkellos» _Oleg L. Gabelko – Kasan State University Faculty of History.


Πηγή