Παρασκευή, 2 Ιουνίου 2017

Πλωτά φρούρια που θύμιζαν αναλογικά τα σύγχρονα θωρηκτά και αεροπλανοφόρα πλοία

Η τεσσαρακοντήρης έφερε συνολικό πλήρωμα το οποίο έφθανε τους 6.000 άνδρες, περίπου όσους διαθέτει ένα σύγχρονο αεροπλανοφόρο. Όπως έχει γίνει σχεδόν αποδεκτό στην επιστημονική κοινότητα, o αριθμός των οριζοντίων σειρών σε μία αρχαία πολυήρη δεν μπορούσε να είναι μεγαλύτερος από τρεις, όπως διαπιστώθηκε από τις πειραματικές απόπειρες των ιταλικών ναυτικών πόλεων της Αναγέννησης (Βενετία, Γένουα, Πίσα κ.α.).

Το ίδιο διαπιστώνεται από τα ρωμαϊκά ανάγλυφα τα οποία ποτέ δεν εικονίζουν πλοία με περισσότερες από τρεις οριζόντιες σειρές κουπιών. Όπως επίσης διαπιστώθηκε στην αναγεννησιακή Ιταλία, ο μέγιστος αριθμός ερετών που μπορούσαν να χειριστούν ένα κουπί ήταν οκτώ. Με βάση όσα αναφέρθηκαν, το μεγαλύτερο πλοίο που θα μπορούσε να κατασκευαστεί ήταν μια «εικοσιτετρήρης», δηλαδή ένα τρίκροτο σκάφος με τον μέγιστο αριθμό ερετών σε κάθε κουπί, δηλαδή οκτώ.

Η προαναφερόμενη κατανομή σειρών κουπιών και ερετών φαίνεται ότι ήταν αρκετά λειτουργική μέχρι την αναφερόμενη από τις αρχαίες πηγές «δεκαεξήρη». Ο Περσέας, τελευταίος βασιλιάς της Μακεδονίας, είχε μια δεκαεξήρη ως ναυαρχίδα του. Παρά ταύτα, οι αρχαίες πηγές αναφέρουν μια «τεσσαρακοντήρη», αυτήν του Πτολεμαίου Φιλοπάτορος, προσθέτοντας ότι διέθετε 4.000 ερέτες. Η προσπάθεια ερμηνείας αυτού του όρου ο οποίος αντιστοιχεί σε 40 κωπηλάτες σε μια κατακόρυφη ομάδα κουπιών, προκαλεί μέχρι σήμερα αμηχανία στους μελετητές.

Έχουν προταθεί διάφορες εξηγήσεις για την κατανομή των κωπηλατών αυτού του σαφώς τεραστίου πλοίου, αλλά η πιο πιθανή παραμένει αυτή που προτάθηκε από τον L. Casson που υπέθεσε ότι επρόκειτο για ένα πλοίο τύπου «καταμαράν» (catamaran). Κατά την άποψη του, η τεσσαρακοντήρης αποτελείτο στην πραγματικότητα από δύο «εικοσήρεις», οι οποίες ήταν σταθερά συνδεδεμένες με κοινό κατάστρωμα. Τέτοιες περιπτώσεις είναι γνωστές στην ελληνιστική περίοδο, π.χ. κατά την πολιορκία των Συρακουσών από τους Ρωμαίους (212 π.Χ.), οι τελευταίοι συνέδεσαν με τον ίδιο τρόπο πεντήρεις, προκειμένου να τοποθετήσουν στο κοινό κατάστρωμα τις απαραίτητες «ελεπόλεις» (πυργοειδείς πολιορκητικές κατασκευές) για την κατάληψη των παράκτιων τειχών της πόλης.

Κατά τον Casson, κάθε μια από τις δύο εικοσήρεις που αποτελούσαν την τεσσαρακοντήρη θα είχε 2.000 ερέτες, από 1.000 σε κάθε πλευρά της. Αυτοί θα ήταν διατεταγμένοι σε τρεις οριζόντιες σειρές κουπιών με 50 κουπιά η κάθε μία, δηλαδή θα υπήρχαν 50 κατακόρυφες ομάδες κουπιών. Συνεχίζοντας, θεωρεί ότι οι ερέτες κάθε κατακόρυφης ομάδας θα ήταν είκοσι, διατεταγμένοι ως εξής: 8 θρανίτες (άνω σειρά), 7 ζυγίτες (μέση σειρά) και 5 θαλαμίτες (κάτω σειρά). Η εκδοχή του Casson για την τεσσαρακοντήρη ως σκάφος «καταμαράν» μπορεί να φαίνεται παράδοξη, εντούτοις είναι η πλέον λογική συγκριτικά με άλλες υποθέσεις. Για παράδειγμα, ένας φιλόλογος του 19ου αιώνα, θεώρησε ότι η τεσσαρακοντήρης είχε 40 οριζόντιες σειρές κουπιών με έναν μόνο ερέτη σε κάθε κουπί.

Η τεσσαρακοντήρης ήταν ένα πολυδάπανο σκάφος, δυσκίνητο και εξαιρετικά δύσκολο στην πλοήγηση, μια πραγματική ναυπηγική αποτυχία. Φαίνεται, όμως, πως οι κατασκευαστές του γνώριζαν αυτά τα μειονεκτήματα, πριν ξεκινήσουν τη ναυπήγηση του. Ο Πτολεμαίος Φιλοπάτωρ, ο πλουσιότερος μονάρχης της εποχής του, δεν θα είχε οικονομικά προβλήματα ως προς την συντήρηση του. Αν υπολογιστούν οι ναύτες (υπηρεσία καταστρώματος κ.α.) που χρειάζονταν για την πλοήγηση του, οι αξιωματικοί, η στρατιωτική φρουρά και το υπόλοιπο προσωπικό, το συνολικό πλήρωμα έφθανε (μαζί με τους 4.000 ερέτες), τους 6.000 άνδρες, περίπου όσους διαθέτει ένα σύγχρονο αεροπλανοφόρο.

Τα μόνα πλεονεκτήματα της τεσσαρακοντήρους αφορούσαν το μέγεθος και το κατάστρωμα της. Ένα τέτοιο σκάφος, τεράστιο ακόμη και για την σύγχρονη εποχή, ήταν κατάλληλο για να «διαδηλώνει» την ισχύ του πτολεμαϊκού κράτους σε εχθρούς και φίλους. Επιπλέον, αν χρησιμοποιείτο σε πολεμικές επιχειρήσεις, το κατάστρωμα του θα μπορούσε να μεταφέρει καταπέλτες και ελεπόλεις κολοσσιαίου μεγέθους, καθώς και μεγάλο αριθμό πεζοναυτών.

Σταδιακά, τέτοιου είδους κολοσσιαία πολεμικά πλοία εγκαταλείφθηκαν από τις ναυτικές δυνάμεις της Ελληνιστικής λόγω του μεγάλου κόστους συντήρησης και της δυσκολίας πλοήγησης τους. Τα μόνα πραγματικά εύχρηστα ήταν η τετρήρης, η πεντήρης και η εξήρης, και λιγότερο η επτήρης, η οκτήρης και η δεκήρης.


Περικλής Δεληγιάννης


Πηγή