Πέμπτη, 1 Ιουνίου 2017

Φαίδων (περί Ψυχής)

«Εκείνο που στο βάθος όλοι θέλουμε δεν είναι να κάνουμε κάτι, αλλά να είμαστε κάτι.» - A.E. Taylor, Πλάτων – Ο Άνθρωπος Και Το Έργο Του

Όταν πια η εκτέλεση του Σωκράτη ήταν σίγουρη και επικείμενη, και αφού αποχαιρέτησε την οικογένειά του, τον επισκέφτηκαν μια τελευταία φορά οι φίλοι του, που εξέφρασαν ξανά τον θαυμασμό τους για την ψύχραιμη στάση του Σωκράτη κατά τη διάρκεια της δίκης του και της αναμονής του θανάτου. Ο δάσκαλός τους εξηγεί πώς ένας φιλόσοφος οφείλει να σκέφτεται για τον θάνατο και γιατί δεν πρέπει να τον φοβάται, αλλά να τον βλέπει σαν ευκαιρία για την ολοκλήρωση του έργου του. Το περιστατικό εξιστορείται από τον Πλάτωνα στον διάλογο Φαίδων.

Για τον Σωκράτη η αυτοκτονία ήταν ανεπίτρεπτη. Γι’ αυτόν, o άνθρωπος είναι ιδιοκτησία του θεού, και μόνο ο θεός έχει το δικαίωμα να τον θανατώσει ή να του ζητήσει να πεθάνει. Όπως λοιπόν στην περίπτωση που ένας είλωτας αυτοκτονούσε χωρίς την άδεια ή την επιθυμία του ιδιοκτήτη του να πεθάνει, ο ιδιοκτήτης θα οργιζόταν και, αν μπορούσε, θα τιμωρούσε τον δούλο, «ίσως λοιπόν υπό αυτήν την έννοια δεν είναι παράλογο που δεν πρέπει κανείς να αυτοκτονεί πριν στείλει ο θεός κάποιαν ανάγκη, όπως αυτή σε μένα τώρα»[1]σελ.77.

Παρόλο λοιπόν που δεν επιθυμεί τον θάνατο ο Σωκράτης, τον καλωσορίζει όταν του τον στέλνουν οι θεοί. Γιατί και ο ίδιος είναι ιδιοκτησία τους, γιατί θα φροντίσουν γι’ αυτόν και μετά τον θάνατό του, και γιατί με την αποχώρηση της ψυχής από το σώμα του, αυτή θα ξεφύγει από τον εγκλωβισμό της, κάτι που όχι απλά δεν πρέπει να αποστρεφόμαστε ή να βλέπουμε σαν μη επιθυμητό, αλλά είναι μια μεγάλη επίτευξη για τον φιλόσοφο, και επιστέγαση των προσπαθειών του. «Όσοι καταπιάνονται σωστά με τη φιλοσοφία υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να μην πάρουν είδηση οι άλλοι ότι το μόνο πράγμα στο οποίο επιδίδονται είναι το να πεθαίνουν και ο θάνατος»[1]σελ.81. Ο στόχος του φιλοσόφου, μας λέει ο Σωκράτης, είναι η απαλλαγή της ψυχής από το σώμα του.

Η ενασχόληση με τις ηδονές, όπως το φαγητό, το ποτό, ο έρωτας, αλλά και οι υπόλοιπες φροντίδες του σώματος (φορέματα, υποδήματα, καλλωπισμοί) δεν είναι γνωρίσματα του φιλοσόφου. Αυτός πρέπει να προσπαθεί να αποδεσμεύει την ψυχή από την επικοινωνία με το σώμα, όσο γίνεται περισσότερο. Το σώμα είναι εμπόδιο αν κάποιος το περιλάβει σαν βοηθό στην αναζήτηση της φρόνησης. Όταν η ψυχή επιχειρεί να εξετάσει κάτι με τη μεσολάβησή του, το σώμα την εξαπατά. «Η ψυχή του φιλοσόφου περιφρονεί τελείως το σώμα, το αποφεύγει, και αναζητά να μείνει μόνη με τον εαυτό της»[1]σελ.87. Μόνο μέσα στο λογισμό βλέπει ολοφάνερα μπροστά της, «όταν κανένα από αυτά δεν την παρενοχλεί, ούτε η ακοή ούτε η όραση ούτε η οδύνη ούτε κάποια ηδονή, αλλά αντίθετα μένει τελείως μόνη με τον εαυτό της, χωρίς να λογαριάζει το σώμα και, στον βαθμό που μπορεί, χωρίς να επικοινωνεί και να έρχεται σε επαφή με αυτό»[1]σελ.87.

Μόνο αυτός που θα ετοιμαστεί στον μεγαλύτερο βαθμό και με τη μεγαλύτερη ακρίβεια να σκεφτεί καθ’ αυτό, ό,τι είναι αυτό που θέλει να εξετάσει, αυτός θα μπορέσει να φτάσει πιο κοντά στο να το γνωρίσει ουσιαστικά. Πώς όμως να το καταφέρει, όταν οι ανάγκες του σώματος τον αποσπούν, τον εμποδίζουν και τον αποτρέπουν από αυτό; «Χιλιάδες ενοχλητικές ασχολίες μας δημιουργεί το σώμα με την ανάγκη για τροφή. Επιπλέον, αν μας βρουν τίποτα αρρώστιες, μας δημιουργούν εμπόδια στο κυνήγι του όντος. Με έρωτες, επιθυμίες, φόβους, με κάθε είδους φαντασιοκόπημα και ανόητη φλυαρία μας πλημμυρίζει, ώστε πράγματι, και είναι απόλυτα αληθινό αυτό που λέγεται, εξαιτίας του δεν μας έρχεται ποτέ η παραμικρή σωστή σκέψη.

Γιατί και τους πολέμους, τις επαναστάσεις και τις μάχες δεν τις δημιουργούν παρά το σώμα και οι επιθυμίες του»[1]σελ.91. Αυτός ο αποχωρισμός της ψυχής από το σώμα, το να την συνηθίζει ο φιλόσοφος να ξεσηκώνεται από αυτό για να ζει μόνη με τον εαυτό της αφού λύσει τα δεσμά του σώματος, είναι η κάθαρση, ο τελικός σκοπός του φιλοσόφου. Αυτή η κάθαρση, στην απόλυτη μορφή της, ταυτίζεται με τον (σωματικό) θάνατο. Άρα, η ολοκλήρωση του φιλοσοφικού βίου με τον θάνατο, δεν αποτελεί καταστροφή αλλά επιτυχία.

Γι’ αυτό και είναι γελοίο για κάποιον που σε όλη του τη ζωή προσπαθούσε να προσομοιάσει τον θάνατο, όταν αυτός τελικά πλησιάζει, να δυσανασχετεί και να φοβάται. Και είναι παράλογο να μην πηγαίνει ευχαριστημένος εκεί που φτάνοντας έχει ελπίδα να πετύχει αυτό που ποθούσε μια ζωή (τη φρόνηση) και να απαλλαγεί οριστικά από αυτό που τον εμπόδιζε και αποστρέφονταν (το σώμα). Ο A.E. Taylor παρατηρεί ότι αργότερα, και οι Χριστιανοί μυστικιστές, όπως και ο Σωκράτης, θεώρησαν άριστη τη ζωή της εσωτερικής ενατένισης, όχι της δράσης. Αυτή όμως η κάθαρση του Σωκράτη δεν περιέχει μόνο παθητική αυτοσυγκράτηση, αλλά αποσκοπεί στον εμπλουτισμό της ζωής, καθώς με την κάθαρση η νόηση γίνεται πιο συγκεντρωμένη και εντονότερη, και αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα πιο καθαρά.

Η σωφροσύνη, δηλαδή το να μην παρασύρεται κάποιος από τις επιθυμίες, ταιριάζει σε αυτούς που παραμελούν στον ύψιστο βαθμό το σώμα και ζουν μέσα στη φιλοσοφία. Η σωφροσύνη των άλλων φαίνεται παράλογη. Γιατί είναι σώφρονες μόνο από φόβο μήπως στερηθούν κάποια ηδονή στο μέλλον, μόνο γι’ αυτό απέχουν από κάποιες άλλες ηδονές στο παρών. «Έχουν γίνει σώφρονες προς χάριν της ακολασίας»[1]σελ.99. Οι πιο πολλοί από αυτούς που λέμε ανδρείους θεωρούν τον θάνατο ένα από τα μεγαλύτερα κακά. Αυτοί που τον αψηφούν, όταν τον αψηφούν, το κάνουν από φόβο μεγαλύτερων κακών. Αυτοί λοιπόν από φόβο και δέος είναι ανδρείοι. Αλλά είναι παράλογο να είσαι ανδρείος από φόβο. Αυτοί λοιπόν οι εγκρατείς και αυτοί οι ανδρείοι ανταλλάσσουν ηδονές με ηδονές και φόβους με άλλους φόβους, όπως ανταλλάσσονται τα νομίσματα μεταξύ τους. Ένα είναι όμως το σωστό νόμισμα, η φρόνηση (η σοφία). Με αυτήν πρέπει να ανταλλάσσονται όλα και να πωλούνται και να αγοράζονται η ανδρεία, η σωφροσύνη και η δικαιοσύνη. Όταν αυτά ξεχωρίζονται από τη φρόνηση και υποκαθιστούν το ένα το άλλο, η αρετή γίνεται οφθαλμαπάτη, και στην πραγματικότητα είναι δουλική χωρίς να έχει τίποτα υγιές και αληθινό, ενώ αντίθετα η αληθινή αρετή είναι στην πραγματικότητα η κάθαρση.

Εδώ όμως είναι που και ο Σωκράτης γίνεται παράλογος, καθώς ο συλλογισμός του καταλήγει σε ένα παράδοξο. Γιατί το μόνο που του δίνει θάρρος να αντιμετωπίσει τον θάνατο είναι η ελπίδα ότι ο άνθρωπος συνεχίζει να ζει και αφού αυτός επέλθει. Ο Σωκράτης πιστεύει πως όταν πεθάνει, θα αναχωρήσει σε «άλλον τόπο», εκεί που είναι και όλοι οι άλλοι νεκροί, και θα βρει εκεί τον Ορφέα, τον Ησίοδο και τον Όμηρο, όπου θα συνεχίσει να κάνει όσα έκανε και στην Αθήνα˙ να συζητάει και να ερευνά ποιος από αυτούς είναι πραγματικά σοφός και ποιος νομίζει ότι είναι («τι μεγαλύτερο καλό θα υπήρχε από αυτό, άνδρες δικαστές;… Εγώ πάντως, πολλές φορές θα ήθελα να πεθάνω αν όλα αυτά αληθεύουν.»[2]σελ.89). «Αν δεν φανταζόμουν ότι θα φτάσω κατ’ αρχάς κοντά σε άλλους θεούς, σοφούς και αγαθούς, κι έπειτα σε ανθρώπους που έχουν τελευτήσει και είναι καλύτεροι από τους εδώ, θα είχα άδικο να μην αγανακτώ με τον θάνατο»[1]σελ.79.

Ο Σωκράτης ανταλλάσσει θάνατο με θάνατο. Τον τελεσίδικο, οριστικό (και άγνωστο) θάνατο –αυτόν δηλαδή που όλοι οι άνθρωποι φοβούνται και απέναντι στον οποίον καλούνται να φανούν θαρραλέοι- με τον σωματικό θάνατο, από τον οποίο επιβιώνει η ψυχή, που σύμφωνα με τα παραπάνω είναι ο ίδιος του ο εαυτός. Γιατί σε αυτόν τον άλλο τόπο που θα πάει η ψυχή του, θα συνεχίσει τη δραστηριότητά του ακριβώς όπως και όσο είναι ζωντανός, με τις ίδιες συνήθειες, την ίδια αντίληψη, τις ίδιες μνήμες («Δεν θα ήταν όλα αυτά ανείπωτη ευτυχία;»[2]σελ.91). Θα παραμείνει δηλαδή ζωντανός, απλά αντί να είναι εδώ, θα είναι εκεί.

Πώς μπορούμε να πούμε ότι κάποιος είναι θαρραλέος απέναντι στον θάνατο όταν δεν πιστεύει καν ότι θα πεθάνει; Πώς μπορούμε να μιλάμε για θάνατο αν θεωρήσουμε δεδομένο ότι η ψυχή θα συνεχίσει να ζει και μετά από αυτόν; Τι ενάρετο ή ανδρείο υπάρχει στο να υπομένει κάποιος την εκτέλεσή του με πραότητα μόνο επειδή πιστεύει ότι θα επιβιώσει από τον θάνατό του; Αν υπάρχει κάτι κακό στον θάνατο, αυτό δεν είναι ο αποχωρισμός από την περιουσία και τις απολαύσεις του σώματος (αυτές είναι φευγαλέες έτσι κι αλλιώς) ούτε η απώλεια της ζωτικότητας (αυτή φεύγει και με τα γηρατειά) ή του έρωτα (αυτός μπορεί να ξεφτίσει από μόνος του). Αυτό που είναι κακό, και άρα τρομακτικό, είναι η μονιμότητά του, το ότι δεν μπορεί να αναιρεθεί. Αν δεν ήταν μόνιμος και οριστικός, αν δηλαδή μπορούσαμε να αναστηθούμε και να επανέλθουμε στα επίγεια ή έστω σαν καθαρή νόηση χωρίς την ενόχληση του σώματος και τις ανάγκες που αυτό δημιουργεί, και πόσο μάλλον αν μεταφερόμασταν σε έναν ιδανικό «άλλο τόπο», τι θα είχαμε να φοβηθούμε; Το μόνο που θα μας έμενε θα ήταν να πείσουμε τον εαυτό μας ότι όντως θα γίνει έτσι, κάτι που ο Σωκράτης επιχειρεί να αποδείξει στη συνέχεια του διαλόγου. Δεν ανταλλάσσει λοιπόν φόβο με αρετή, απλά (ουσιαστικά) δεν δέχεται ότι θα πεθάνει. Αυτό δεν είναι θάρρος απέναντι στον θάνατο, αυτό είναι άρνηση ότι ο θάνατος θα έρθει.

Στην Απολογία του λέει ότι αυτός που φοβάται τον θάνατο κάνει αυτό που ο ίδιος θεωρεί το χειρότερο (πνευματικό) έγκλημα. Το να νομίζει πως ξέρει κάτι που δεν ξέρει. Κάτι που δεν μπορεί να ξέρει. Ο φόβος του θανάτου, λέει, πηγάζει από την πίστη ότι ο θάνατος είναι το χειρότερο κακό, κάτι που κανένας δεν μπορεί να ξέρει με σιγουριά. «Και δεν είναι αμάθεια αυτό επονείδιστη, το να νομίζει κανείς ότι γνωρίζει εκείνα που δεν γνωρίζει;»[2]σελ.57. Για τον Σωκράτη ο θάνατος είναι ένα από τα δύο: Είτε συμβαίνει κάποια «μεταβολή και μετοίκηση της ψυχής από τον εδώ τόπο σε έναν άλλο»[2]σελ.89 (όπως είδαμε πριν) είτε δεν είναι τίποτα, και απλά όποιος πεθαίνει δεν έχει καμία συναίσθηση του γεγονότος. Έτσι, ο θάνατος μοιάζει σαν ύπνος χωρίς όνειρα, οπότε ολόκληρη η αιωνιότητα φαντάζει μόνο σαν μία νύχτα. Ακόμα και ο «μεγαλύτερος βασιλιάς» θα έβρισκε να διαλέξει πολύ λίγα μερόνυχτα της ζωής του που να συγκρίνονται σε ευχαρίστηση ή ευτυχία με μία μόνο νύχτα του δίχως όνειρα. «Αν κάτι τέτοιο είναι ο θάνατος, εγώ τουλάχιστον νομίζω ότι είναι όφελος»[2]σελ.89.

Στον διάλογο Φαίδων όμως, συνεχίζει με ένα τρίτο ενδεχόμενο (η ασυνέπεια ίσως οφείλεται στο ότι ο Σωκράτης δεν άφησε γραπτά και ο Πλάτων κατέγραφε διαλόγους όπου συχνά δεν ήταν παρόν). Η τρίτη πιθανότητα είναι η μετεμψύχωση. Αν κάποιος, λέει ο Σωκράτης, σε όλη του τη ζωή ασχολείται κυρίως με τις ανάγκες του σώματος, η ψυχή του θα επιθυμεί την ένωση με το σώμα ακόμα και αφού αυτό πεθάνει. Η επιθυμία αυτή ίσως είναι αρκετά δυνατή για να την τραβήξει πίσω στον «κύκλο των γεννήσεων», και το μέγεθος της επιθυμίας (που καθορίζεται από το κατά πόσο ασχολείται ο άνθρωπος με τις σωματικές ανάγκες) θα καθορίσει και τη θέση της αναγεννηθείσας ψυχής στην ιεραρχία των όντων.

Οι λαίμαργοι και οι ακόλαστοι θα γυρίσουν σαν γαϊδούρια και κτήνη, ενώ αυτοί που έχουν την κοινή αρετή, δηλαδή αυτοί που ενώ είχαν σαν κίνητρο τον φόβο ή την ηδονή, φέρονταν όμως σαν ανδρείοι και σώφρονες κατά την επικρατούσα ηθική στάση, αυτοί θα επιστρέψουν σαν κοινωνικά όντα, όπως μέλισσες, μυρμήγκια, ακόμα και σαν άνθρωποι. Εν τέλει, σκοπός είναι η πλήρης αποκόλληση της ψυχής από τον κύκλο των γεννήσεων, που θα επιτευχθεί μόνο έχοντας ζήσει τον βίο του φιλοσόφου, και θα οδηγήσει στην θεοποίηση της ψυχής, στην πλήρη απομάκρυνση από το σώμα, και στην μετοίκηση στον «άλλο τόπο» που προαναφέρθηκε.

Ο ίδιος ο Σωκράτης δεν φαίνεται να πείθεται από τα ίδια του τα επιχειρήματα, αφού στο τέλος του Φαίδων, και όταν στον διάλογο πλέον έχει αποδειχθεί ότι η ψυχή είναι αθάνατη (μετά από μια σειρά επιχειρημάτων πάνω σε κάποιες παραδοχές), συνεχίζει με το να λέει πως η ψυχή είναι και άφθαρτη, χωρίς να το εξηγεί περεταίρω. Δεν χρειάζεται, υποστηρίζει, κάποιο άλλο επιχείρημα, καθώς «ο θεός, φαντάζομαι, και ό,τι άλλο αθάνατο υπάρχει, όλοι θα συμφωνούν ότι δε χάνεται ποτέ»[1]σελ.233.

Κι όταν ο Σιμμίας, ένας από τους συνομιλητές, εκφράζει την αμφιβολία του για όσα ειπώθηκαν, ο Σωκράτης όχι μόνο συμφωνεί με τις ενστάσεις του, «αλλά και οι αρχικές υποθέσεις, έστω κι αν είναι πιστευτές, πρέπει να ερευνηθούν αναλυτικότερα.»[1]σελ.235. Αυτές οι αρχικές υποθέσεις όμως (αυτές οι παραδοχές) είναι που τον οδήγησαν στα συμπεράσματά του. Στη συνέχεια πάλι, θεωρώντας πως ο Κρίτων πιστεύει ότι όσα είπε για τη μεταθανάτια ευδαιμονία του είναι «κούφια λόγια, παρηγοριές για σας και συνάμα για τον εαυτό μου»[1]σελ.259, εγγυάται για την αλήθεια τους

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο Σωκράτης αναιρεί με την απόρριψη των παραδοχών του όσα είπε μέχρι τώρα, αλλά ισχύει ακριβώς το αντίθετο. Στην πραγματικότητα μένει συνεπής στην διδασκαλία του και σε αυτά που έλεγε επί χρόνια, και κατά τη διάρκεια της δίκης του. Ότι δεν πρέπει να παριστάνει ότι ξέρει πράγματα που δεν μπορεί να ξέρει. Μπορεί να σκέφτεται για τον θάνατο και να στοχάζεται για την φύση του, και μάλιστα έχει την υποχρέωση να το κάνει αν θέλει να ζήσει σαν φιλόσοφος («ο ανεξέταστος βίος δεν αξίζει να τον ζει άνθρωπος»).

Αλλά όπως κανένας δεν έχει δικαίωμα να φοβάται τον θάνατο αφού αυτό θα σήμαινε να παριστάνει πως ξέρει ότι ο θάνατος είναι το χειρότερο από όλα, έτσι κι αυτός δεν έχει δικαίωμα να θεωρήσει χωρίς αποδείξεις και χωρίς ικανοποιητική ακρίβεια ότι με τον θάνατό του θα έχει το μεγαλύτερο δυνατό δώρο που θα μπορούσε να ζητήσει, τη ζωή στον «άλλο τόπο» που οραματίζεται.

Μπορεί όμως να ελπίζει, και μπορεί να δικαιολογεί τον βίο που έζησε και τον οδήγησε να πιει το κώνειο, αποδίδοντας στο άγνωστο του θανάτου όσα πίστευε για τη ζωή (και θα δούμε αλλού πώς αυτό τον βοήθησε να αντιμετωπίσει την δικιά του θανατική καταδίκη). Ίσως η πρώτη παραδοχή που κάνει, αυτός ο ίδιος ο δυισμός ψυχής-σώματος, να τον οδηγεί αναγκαστικά στην ελπίδα/συμπέρασμα της μεταθανάτιας ζωής (για ποιον άλλο λόγο να εφεύρουμε την ψυχή χωρίς να της χαρίσουμε την ιδιότητα της επιβίωσης του θανάτου;).

Αλλά εμείς, σε αντίθεση με τον Σωκράτη, ίσως μπορούμε να φανταστούμε παραπάνω από δύο (ή τρεις) πιθανότητες για το τι μπορεί να συμβαίνει μετά τον θάνατο (αν κάνουμε εξαρχής την ίδια παραδοχή του δυισμού). Μπορούμε να φανταστούμε μεταθανάτια ζωή χωρίς θεό ή/και χωρίς παράδεισο και κόλαση, ή μια αέναη αναγέννηση σε ατελείωτα ανθρώπινα σώματα χωρίς ανταμοιβή ή τιμωρία για τον τρόπο που ζούμε, μπορούμε να θεωρήσουμε την ύπαρξη θεού χωρίς μεταθανάτια ζωή, ή έναν σαδιστή θεό που ανταμείβει τους ηδονιστές και τιμωρεί τους ενάρετους, και μπορούμε να στοχαστούμε για όλα αυτά λες και έχει καμιά σημασία.

Αυτό που έχει σημασία είναι ότι ο Σωκράτης αναγνώριζε τα όρια της γνώσης του μέχρι το τέλος. Αμφισβητούσε αυτά που έλεγε, αρνήθηκε να θεωρήσει σαν αξιώματα τις παραδοχές που έκανε, και αναγνώρισε την χρησιμότητα που έχουν οι πεποιθήσεις του (ένδειξη ότι δεν είναι αντικειμενικός όσον αφορά αυτές). Είναι ενδεικτικό εξάλλου, όταν λέει πως αν δεν πίστευε στην μετοίκηση σε άλλον τόπο θα αγανακτούσε, το ότι να αναπτύξει ένα σύστημα ιδεών που την υπερασπίζει είναι προς το συμφέρον του, αφού τον παρηγορεί (και το ήξερε).

Για τους μη δυϊστές, από την άλλη, για τους υλιστές δηλαδή, ίσως αναπόφευκτο συμπέρασμα είναι αυτό στο οποίο έφτασε ο Επίκουρος. Πως ο θάνατος είναι οριστικός, πως σημαίνει ότι το άτομο παύει να υπάρχει, και άρα δεν χρειάζεται να τον φοβόμαστε αφού όταν έρθει δεν θα είμαστε εδώ για να τον «βιώσουμε», και πριν πεθάνουμε δεν μπορούμε να τον γνωρίζουμε αφού είμαστε ζωντανοί, και άρα δεν μας αφορά. Κι αυτό είναι μια κάποιου είδους παρηγοριά. Και όταν ο Επίκουρος λέει πως ο θάνατος είναι οριστικός, δεν παριστάνει ότι ξέρει κάτι που δεν ξέρει, απλά δεν κάνει την αντίθετη υπόθεση (πόσο μάλλον την παραδοχή), εφόσον δεν υπάρχουν στοιχεία που να την στηρίζουν.

Ο Σωκράτης για τον Θάνατο από Κωνσταντίνος Σαπαρδάνης


Βιβλιογραφία:

[1] Φαίδων (ή περί ψυχής) (εκδ. Κάκτος, 1993)
[2] Απολογία Σωκράτους (εκδ. Κάκτος, 1992)



Πηγή