Τετάρτη, 7 Ιουνίου 2017

Οι μεγάλοι νομοθέτες της Αρχαίας Ελλάδας

Η συνείδηση από όλους τους Έλληνες της κοινής καταγωγής, εθίμων και γλώσσας ενισχύθηκε στην Αρχαϊκή περίοδο. Παράλληλα, ωστόσο, καλλιεργήθηκε και ένα αίσθημα ιδιαίτερης "τοπικής" υπερηφάνειας, που σχετιζόταν με την ανάπτυξη των πόλεων-κρατών. Στην Αθήνα οι κοινωνικές δομές προσδιορίζονται σαφέστερα μεταξύ του 8ου και του 6ου αιώνα π.X. Ο δήμος, μια μορφή κοινωνικής συγκρότησης γνωστή από παλαιότερες εποχές, είναι ο τελευταίος που αποκτά θεσμοθετημένη υπόσταση στα τέλη του 6ου αιώνα π.X. Στη διάρκεια του ίδιου αιώνα γίνεται σαφής διαχωρισμός των τάξεων, ενώ παράλληλα αυξάνει -σε σχέση με το παρελθόν -η κοινωνική κινητικότητα. Η κωδικοποίηση του δικαίου κατά την Αρχαϊκή περίοδο οφείλεται από τη μια στη χρήση της γραφής και από την άλλη στο όλο και πιεστικότερο αίτημα για ισονομία. Οι παραδόσεις για τους πρώτους νομοθέτες χάνονται στα όρια του θρύλου.

Η αθηναϊκή νομοθεσία, ακόμη και μετά την Αρχαϊκή περίοδο, φέρει τη σφραγίδα του Δράκοντα και του Σόλωνα. Στον τελευταίο οφείλεται η συγκρότηση ενός νέου δικαστικού σώματος και ο καταμερισμός αρμοδιοτήτων ανάμεσα στα διάφορα δικαστήρια. Πολλές από τις ρυθμίσεις του, που αφορούσαν τόσο το δημόσιο όσο και το ιδιωτικό δίκαιο, συνέχισαν να ισχύουν και κατά την Κλασική περίοδο. Σήμερα είναι γενικά αποδεκτό ότι στο α' μισό του 7ου αιώνα π.X. διατυπώθηκε στις Ελληνικές πόλεις η ανάγκη για γραπτούς νόμους.

Το έργο αυτό πραγματοποιούσε συνήθως κάποιος άρχοντας της πόλης περιβεβλημένος με ιδιαίτερες εξουσίες. Στην Αθήνα της πρώιμης Αρχαϊκής περιόδου, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, το δίκαιο απένειμαν οι άρχοντες κατά τη βούλησή τους. Ο παλαιότερος θεσμός του βασιλιά είχε πια μετατραπεί σε άρχοντα βασιλέα. Ο τελευταίος από τις αρχικές νομοθετικές και δικαστικές του εξουσίες πλέον ασκούσε μόνον όσες σχετίζονταν με την προάσπιση και την εφαρμογή του ιερού δικαίου. Εξαιτίας αυτού μεριμνούσε και για τα εγκλήματα ασέβειας ή ανθρωποκτονίας, δεδομένου ότι ο φόνος θεωρούνταν πάντα ανοσιούργημα, επέσυρε την οργή των θεών και έφερε άγος στην πόλη.

Ένας από τους αρχαιότερους νομοθέτες, για τον οποίο όμως δεν είμαστε βέβαιοι αν υπήρξε πραγματικά ή πρόκειται για μυθικό πρόσωπο, ήταν ο Λυκούργος της Σπάρτης. Η ιδιαιτερότητα της μορφής του συνδέεται με το γεγονός ότι ο ίδιος απαγόρευσε να καταγραφούν οι νόμοι που θέσπισε, αλλά ταυτόχρονα πρόβλεψε και αυστηρή τιμωρία σε όποιον επιχειρούσε να τους αλλάξει. Πράγματι η Σπάρτη δε διέθετε γραπτό δίκαιο, τουλάχιστον ως την Κλασική περίοδο. άλλωστε και η λέξη ρήτρα, όπως αποκαλούνταν ο νόμος στη Σπάρτη, υποδηλώνει τον προφορικό του χαρακτήρα. Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι οι παλαιότεροι γραπτοί νόμοι ήταν του Ζάλευκου για τους Επιζεφύριους Λοκρούς και τους χρονολογούσαν συμβατικά γύρω στο 662 π.X.

O ίδιος ο Ζάλευκος μάλιστα ισχυριζόταν ότι τους είχε παραλάβει από την Αθηνά. H απόδοση των νόμων σε θεία έμπνευση αποτελούσε κοινό φαινόμενο στους πρώιμους νομοθέτες, δίχως άλλο για να περιβάλουν το έργο τους με τον αναγκαίο σεβασμό και να εξασφαλίσουν την πιστή τήρησή του. Ο Λυκούργος, επίσης, ισχυριζόταν ότι οι νόμοι του προέρχονταν από το μαντείο των Δελφών. Μία ανάλογη παράδοση ήταν διαδεδομένη και στην Κρήτη, όπου η νομοθεσία και η απονομή της δικαιοσύνης σχετίζονταν με τις μυθικές μορφές του Μίνωα και του Ραδάμανθη. Oι νόμοι του Ζάλευκου, όπως και εκείνοι του Δράκοντα στην Αθήνα, θεωρούνταν πολύ σκληροί.

Ορισμένοι μάλιστα όπως ο λεγόμενος lex talionis, αναλογούσαν στο γνωστό "οφθαλμόν αντί οφθαλμού". Ωστόσο, οι πηγές διίστανται ως προς την απόδοσή του στο Ζάλευκο. Σύμφωνα με τον Διόδωρο, ο παραπάνω νόμος οφείλεται σε έναν άλλο νομοθέτη του 7ου αιώνα π.X., που επίσης καταγόταν από ελληνική αποικία της Δύσης. Πρόκειται για το Χαρώνδα, νομοθέτη της Κατάνης. Σε αυτόν αποδίδονται νόμοι σχετικά με τις εμπορικές συναλλαγές, την υποχρεωτική συμμετοχή των πολιτών στα δικαστικά όργανα, καθώς και για πρώτη φορά η πρόβλεψη ποινικής δίωξης σε περίπτωση ψευδομαρτυρίας. Η διαδικασία αυτή ονομαζόταν επίσκεψις.

Οι περιπτώσεις του Ζάλευκου και του Χαρώνδα αφορούν νομοθεσίες που σχετίζονται με την ίδρυση μίας νέας πόλης. Άλλες παλαιότερες πόλεις ζητούσαν τη βοήθεια ενός νομοθέτη κυρίως όταν αντιμετώπιζαν κοινωνικές εντάσεις. Έτσι ο Πιττακός, γνωστότερος από κατοπινές πηγές ως ένας από τους επτά σοφούς, ορίστηκε αισυμνήτης στη Μυτιλήνη, αξίωμα για το οποίο δεν ξέρουμε πολλά. Στην προκειμένη περίπτωση όμως φαίνεται πως αντιστοιχούσε σε εξουσία τυράννου με διάρκεια δέκα χρόνων. Συχνά ο νομοθέτης έπρεπε να παίξει το ρόλο του μεσολαβητή ανάμεσα σε συγκρουόμενες κοινωνικές τάξεις και αποκαλούνταν καταρτιστήρ ή διαλλάκτης, όπως για παράδειγμα ο Δημώναξ στην Κυρήνη, ο Αρίσταρχος στην Έφεσο και ο Σόλων στην Αθήνα.

Δεν ήταν ωστόσο σπάνιο το φαινόμενο να προτιμάται για νομοθέτης κάποιος ξένος προς την πόλη, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η αμεροληψία. Ο Δημώναξ, για παράδειγμα, καταγόταν από τη Μαντίνεια και ο Αρίσταρχος από την Αθήνα. Αντίστοιχα, κάποιος Ανδρομάδας από το Ρήγιο έγραψε νόμους για μία άγνωστη πόλη της Χαλκιδικής και ο Φιλόλαος από την Κόρινθο νομοθέτησε στη Θήβα. Για το έργο άλλων νομοθετών είναι γνωστά μόνον αποσπασματικά στοιχεία: ο Αριστείδης από την Κέα νομοθέτησε σχετικά με την ευκοσμία των γυναικών, ενώ ο Φείδων από την Κόρινθο και ο Φαλέας από τη Χαλκηδόνα σχετικά με τον αριθμό και την έκταση των κτημάτων.

Στο δημόσιο δίκαιο υπάγονται κυρίως όλες οι ρυθμίσεις σχετικά με τους πολιτειακούς θεσμούς, την κατανομή και την άσκηση της εξουσίας. Οι αρμοδιότητες της Εκκλησίας, η λειτουργία της Βουλής, οι εξουσίες των πρυτάνεων, ο έλεγχος των αρχόντων και των στρατηγών, η σύσταση και η λειτουργία των δικαστηρίων είναι οι σπουδαιότερες από αυτές τις ρυθμίσεις. Ιδιαίτερη σημασία είχαν οι θεσμοί που έλεγχαν τη νομοθετική δραστηριότητα, τα μέτρα προστασίας του νομοθετικού συστήματος και γενικότερα οι δικονομικές ρυθμίσεις. Στην ίδια κατηγορία ανήκαν και θεσμοί όπως ο οστρακισμός και η δοκιμασία.

Οι κατηγορίες που με σύγχρονους όρους θα ονομάζαμε εμπράγματο και ενοχικό δίκαιο εξετάζονται σε συνάφεια με το δημόσιο δίκαιο, από το οποίο εν μέρει εξαρτιόνταν. άλλωστε οι παρεμβάσεις της πόλης ήταν συχνές και δυναμικές. Το ενοχικό δίκαιο περιλαμβάνει εκούσιες και ακούσιες σχέσεις. Τέλος, το λεγόμενο σήμερα ποινικό δίκαιο πέρασε στη διάρκεια της Αρχαϊκής περιόδου από την έννοια της προσωπικής ή οικογενειακής αντεκδίκησης στον έλεγχο της πόλης, η οποία καθόρισε κυρώσεις και ποινές καθώς και τον τρόπο επιβολής του.

Το αττικό ιδιωτικό δίκαιο στηριζόταν εξ ολοκλήρου στην έννοια του οίκου, ο οποίος αναφέρεται σε έναν απλό και συνάμα εύστοχο ορισμό του ως "ένα σύνολο προσώπων, πραγμάτων και θρησκευτικών συνηθειών". Ο οίκος υπόκειται σε ένα δίκαιο εντελώς ξεχωριστό από εκείνο της πόλης. Ο συνδετικός κρίκος μεταξύ των δύο ήταν ο πολίτης, ο οποίος εκτός από ενεργό μέλος των θεσμών της πόλης ήταν και η κεφαλή του οίκου στον οποίο ανήκε.

Η πόλη δεν ήταν αδιάφορη για όσα συνέβαιναν στον οίκο. Αντιμετώπιζε τον επικεφαλής της οικογένειας ως κύριο και διαχειριστή της περιουσίας της, η οποία όμως αποτελούσε ταυτόχρονα και το αντικείμενο συγκυριότητας με τα υπόλοιπα μέλη. Γι' αυτό άλλωστε η πόλη διατηρούσε το δικαίωμα να επεμβαίνει σε περιπτώσεις που το ιδιοκτησιακό καθεστώς διαταρασσόταν, να καθορίζει τις κληρονομικές ρυθμίσεις και να διατηρεί κάποιον έλεγχο στο γάμο και στο διαζύγιο.

Στενότερος ήταν ο έλεγχος για την είσοδο με υιοθεσία κάποιου νέου μέλους στον οίκο, αλλά και για τη μεταβίβαση της περιουσίας μέσω διαθήκης ή εξ αδιαθέτου. Ειδικές διατάξεις προέβλεπαν την περίπτωση που ο πολίτης δεν εκπλήρωνε τις υποχρεώσεις του προς τα μέλη του οίκου του. Το μέσο με το οποίο εξασφαλιζόταν η δυνατότητα παρέμβασης ήταν η γραφή κακώσεως, μία μήνυση δηλαδή που μπορούσε να καταθέσει οποιοσδήποτε τρίτος εναντίον του οικογενειάρχη για παραβίαση των δικαιωμάτων των οικείων του.

Ή γραφή ασεβείας επέτρεπε να μηνυθεί όποιος δε μεριμνούσε για την τιμωρία φόνου που είχε συμβεί στην οικογένειά του. Καθοριστικής σημασίας για την κατανόηση των ρυθμίσεων του οικογενειακού δικαίου ήταν ο όρος αγχιστεία. Η αγχιστεία περιελάμβανε όλες τις σχέσεις που δημιουργούνταν στα όρια της νόμιμης οικογένειας και προσδιόριζε τη συγγένεια και τους βαθμούς της, πράγμα εξαιρετικά σημαντικό σε πολλές περιπτώσεις όπως είναι η κληρονομιά, η διεκδίκηση επικλήρου και η δίκη φόνου. Περιελάμβανε μέχρι και τα παιδιά των πρώτων εξαδέλφων, δηλαδή και τους συγγενείς πέμπτου βαθμού.

Είναι ιστορικό γεγονός ότι ο Λυκούργος είναι όντως ο μεγάλος δημιουργός της σπαρτιατικής πολιτείας. Είναι, όμως, αβέβαιο πότε ακριβώς έζησε και έδρασε ο νομοθέτης αυτός της αρχαίας Σπάρτης και ιδρυτής του ιδιαίτερου, αλλά και ιδιότυπου πολιτικού και κοινωνικού καθεστώτος. Οι χρονολογίες που αναφέρονται είναι από το 1000 έως το 600 π.Χ. Η πιο πλήρης βιογραφία που έχουμε για το Λυκούργο είναι αυτή που συνέγραψε ο Πλούταρχος στις αρχές του 2ου μ.Χ. αιώνα και σώζεται αυτούσια μέχρι σήμερα. Εδώ έχουμε συγκεντρωμένες όλες τις πληροφορίες που είχε ο συγγραφέας από όλες τις αρχαίες του πηγές.

Είναι πολύ χαρακτηριστική η πρώτη του πρόταση: «Για το Λυκούργο το νομοθέτη γενικά δεν μπορούμε να πούμε τίποτε το αναμφισβήτητο». Λέγεται ότι μετά το θάνατο του βασιλιά πατέρα του και του πρεσβύτερου αδελφού του, ο θρόνος πέρασε στο Λυκούργο. Ακολούθησαν πολλές δολοπλοκίες και διαβολές στο περιβάλλον του και ο Λυκούργος έφυγε από τη Σπάρτη για μεγάλη περιοδεία και τα ταξίδια του τον έφεραν στην Κρήτη, την Ιωνία, την Ινδία, την Αίγυπτο, τη Λιβύη και ίσως την Ισπανία. Μελέτησε τους νόμους και τον τρόπο ζωής των ανθρώπων σε αυτούς τους τόπους και έτσι διαμόρφωσε το δικό του σύστημα. Μετά από πολλά χρόνια επέστρεψε στη Σπάρτη αφού επισκέφθηκε πρώτα το Μαντείο των Δελφών.

Εδώ έλαβε τη θεϊκή συγκατάθεση να εφαρμόσει τους νόμους του στη γενέτειρά του. Ο Λυκούργος επέβαλε νόμους λιτότητας, αλλά και ένα πνεύμα ισότητας για όλους. Οι πιο πλούσιοι κάτοικοι αντέδρασαν, αλλά, τελικά, οι νόμοι του επιβλήθηκαν στη Σπάρτη, αν και δεν καταγράφηκαν. Όρκισε τους Σπαρτιάτες να μην τους αλλάξουν μέχρι που να επιστρέψει και έφυγε για τους Δελφούς όπου και πέθανε. Οι Σπαρτιάτες τήρησαν τον όρκο τους.

Ο Λυκούργος δημιούργησε τη Γερουσία με 28 γέροντες, καθιέρωσε να υπάρχουν δύο βασιλείς και ίδρυσε ένα είδος Εκκλησίας του Δήμου η οποία ονομάστηκε Απέλλα. Αργότερα καθιερώθηκε η αρχή των Εφόρων. Στον τομέα της οικονομίας έγινε αναδασμός της γης σε ίσους και μόνιμους κλήρους. Απαγορεύθηκε η κοπή χρυσών και αργυρών νομισμάτων και επιτράπηκαν μόνο τα σιδερένια που ήταν βαριά, δύσχρηστα και είχαν μικρή αξία. Με τέτοιο ευτελές και ασήκωτο σιδερένιο νόμισμα ήταν αδύνατη η εισαγωγή ξένων προϊόντων.

Μετά, όμως, από τη μάχη στους Αιγός ποταμούς και όταν επιτράπηκε το χρυσό νόμισμα υπήρχαν ολοφάνερα κρούσματα απληστίας και διαφθοράς. Απαγορεύτηκαν, επίσης, διάφορα άχρηστα επαγγέλματα όπως δάσκαλοι ρητορικής, κοσμηματοπώλες, μάντεις και οι γυναίκες του πληρωμένου έρωτα. Στην εκπαίδευση τα παιδιά μάθαιναν μόνο τα στοιχειώδη, την υπακοή στις διαταγές των γεροντότερων, την αντοχή στις κακουχίες, να γυμνάζονται και να νικούν στις μάχες. Οι πολίτες στον ιδιωτικό βίο υποχρεώνονταν στα κοινά συσσίτια, να χρησιμοποιούν μόνο το τσεκούρι και το πριόνι, να χτίζουν μόνο χαμόσπιτα και έτσι αποθαρρυνόταν η πολυτέλεια.

Οι γάμοι γίνονταν με την αρπαγή των γυναικών και τα παιδιά αφήνονταν να ζήσουν μόνο αν φαίνονταν υγιή και στιβαρά. Τα κορίτσια γυμνάζονταν σε αγωνίσματα δρόμου, πάλης, δισκοβολίας και ακόντιο.

Ο χαρακτήρας της σπαρτιατικής οικονομίας και ζωής ήταν αγροτικός. Τα κτήματα τα καλλιεργούσε κυρίως ο γηγενής πληθυσμός των δούλων, δηλ. οι είλωτες που ήταν ορισμένοι σε συγκεκριμένα κομμάτια γης και δεν υπήρχε εμπόριο ειλώτων. Οι περίοικοι κατοικούσαν στις ορεινές περιοχές και υπήρχε οικονομική αυτάρκεια σε εργατικά χέρια δούλων, σε προϊόντα και σιδηρομετάλλευμα. Οι οικονομικές απαιτήσεις των ενόπλων δυνάμεων πριν από τον Πελοποννησιακό πόλεμο ήταν μικρές. Μετά το 431 π.Χ. και την αρχή του μακροχρόνιου πολέμου, απαιτείτο σημαντικός αριθμός μισθοφόρων και η ναυτική δύναμη αύξησε το στρατιωτικό κόστος.

Οι πλούσιες αγροτικές γαίες βοήθησαν τον τόπο γιατί δεν χρειαζόταν να γίνουν δαπάνες για εισαγωγή τροφίμων. Στη Σπάρτη δεν ζούσαν πολλοί ξένοι και για αυτούς δεν εφαρμόστηκε σύστημα άμεσης φορολογίας. Οι φόροι των περιοίκων πήγαιναν στους βασιλείς και όχι στο δημόσιο ταμείο. Οι εταίροι στην Πελοποννησιακή Συμμαχία συνέβαλαν με ανθρώπινο δυναμικό και όχι με χρήματα όπως γινόταν στην Αθήνα. Για τις υπερπόντιες επιχειρήσεις, η Σπάρτη ήταν υποχρεωμένη να βασιστεί σε ξένες πηγές χρηματοδότησης όπως οι περσικές επιχορηγήσεις και με αυτές κέρδισε τον Πελοποννησιακό πόλεμο. Όλο το εμπόριο και οι δημόσιες υποθέσεις διεξάγονταν στην αγορά της Σπάρτης η οποία ήταν γεμάτη σφρίγος και θαυμαστή ζωντάνια.

Ο Λυκούργος με την αυστηρή πειθαρχία, τη χρήση μόνο σιδερένιων νομισμάτων και την υποχρέωση της υποταγής στους γεροντότερους και με το ιδιαίτερο μείγμα ισότητας και καταπίεσης, επέτρεψε στην αρχαία Σπάρτη να μεγαλουργήσει. Η «Ρήτρα του Λυκούργου» δηλαδή όλοι οι νόμοι που θέσπισε, είναι μία δημοκρατική αρχή όπου όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το σώμα των πολιτών (Γερουσία, Απέλλα) και όλα τα αγαθά καταλήγουν υπέρ αυτού. Η αρχή αυτή εφαρμόστηκε για πρώτη φορά στη Σπάρτη.

Οι ιστορικοί, αρχαίοι και νεότεροι, δεν αποδίδουν όλους αυτούς τους νόμους μόνο στο Λυκούργο, αλλά σε προγενέστερες και μεταγενέστερες μεταρρυθμίσεις. Όλοι, όμως, παραδέχονται ότι το σύστημα που φέρει το όνομα του Λυκούργου, έκανε τη Σπάρτη να εξελιχθεί από μια αρχέγονε κοινοτική οργάνωση στην ανάδυση του κράτους της Σπάρτης που προκαλεί το θαυμασμό μέσα σε όλους τους αιώνες και μέχρι σήμερα.

Ο Σόλων ο Αθηναίος ήταν ένας σημαντικός νομοθέτης, φιλόσοφος, ποιητής και ένας από τους επτά σοφούς της Αρχαίας Ελλάδας. Γεννήθηκε το 640 π.Χ στην Αθήνα και καταγόταν απο την οικογένεια των Κοδριδών στην οποία ανήκε και ο τελευταίος βασιλιάς των Αθηναίων Κόδρος. Ο πατέρας του ονομαζόταν Εξηκεστίδης, αυτός φρόντισε για την εκπαίδευση και ανατροφή του γιού του. Όταν ο Σόλων έχασε την περιουσία του, στράφηκε προς το εμπόριο και ταξίδεψε στην Αίγυπτο και τη Μ. Ασία. Επωφελούμενος από τα ταξίδια του αυτά μελέτησε ξένους πολιτισμούς και νόμους, καθώς και τον πολιτικοοικονομικό βίο των άλλων χωρών.

Τα εφόδια που απέκτησε τα χρησιμοποίησε αποτελεσματικά για την κοινωνική και οικονομική ανόρθωση της πατρίδας του και μάλιστα όταν με δική του παρότρυνση οι Αθηναίοι κατάφεραν να αποσπάσουν την Σαλαμίνα απο τους Μεγαρείς η δημοφιλία του εκτοξεύτηκε. Έτσι κατόρθωσε να αναδειχτεί στο σπουδαιότερο άνδρα της εποχής του. Το 594 π.Χ εκλέχτηκε άρχοντας και απέκτησε την εξουσία να νομοθετεί. Από εκείνη την στιγμή ο Σόλωνας προχώρησε με προσοχή στο έργο του που θα άλλαζε την Αθήνα.

Η νομοθεσία του γράφτηκε σε ξύλινες πλάκες οι οποίες στήθηκαν στο Πρυτανείο. Από τις πάρα πολλές μεταρρυθμίσεις που εισήγαγε οι σπουδαιότερες ήταν: η παραχώρηση δικαιωμάτων και στο λαό για την εκλογή των αρχόντων και η "σεισάχθεια" με την οποία χαρίστηκαν τα χρέη απελευθερώθηκαν όλοι όσοι έγιναν γι'αυτό δούλοι και απαγορεύτηκε ο δανεισμός με την υποθήκη σωμάτων.

Ο Σόλωνας χώρισε τους κατοίκους σε 4 τάξεις με βάση όχι την καταγωγή όπως ίσχυε αλλά την κτηματική τους περιουσία. Στην 1η τάξη ανήκαν αυτοί που είχαν ιδιόκτητη γη και εισόδημα 500 μεδίμνων. Στην 2η όσοι είχαν εισόδημα 300. Στην 3η όσους είχαν εισόδημα περισσότερο απο 200 και λιγότερο απο 300. Και στην 4η ανήκαν αυτοί που είχαν ελάχιστο ή και καθόλου. Στις πρώτες 3 τάξεις επέβαλε φορολογία αναλόγως των εσόδων τους. Αναδιοργάνωσε το στρατό στον οποίο πλέον υπηρετούσαν ως οπλίτες μόνο οι 3 πρώτες τάξεις ενω οι 2 πρώτες μπορούσαν να υπηρετούν στο ιππικό τρέφοντας οι ίδιοι το άλογο τους. Απο την 4η τάξη στρατεύονταν ως "ψιλοί" αλλά μπορούσαν να υπηρετήσουν και σαν οπλίτες μόνο όμως σε έκτακτη ανάγκη και μόνο αφού εξοπλίζονταν απο το δημόσιο ταμείο.

Απο την πρώτη τάξη εκλέγονταν οι άρχοντες και απο τις τρείς πρώτες οι βουλευτές. Η βουλή δημιουργήθηκε απο τον Σόλωνα και αποτελούνταν απο 400 άτομα που εκλέγονταν για ένα χρόνο. Καθιέρωσε επίσης το λαϊκό δικαστήριο της Ηλιαίας που αποτελούσαν 6.000 άντρες. Εκει μπορούσαν να καταγγέλλουν οι πολίτες τους άρχοντες. Επέβαλε την υποχρεωτική συμμετοχή των πολιτών στα κοινά.Ρύθμισε επίσης την οικονομία με την απαγόρευση της εξαγωγής λαδιού παρα μόνο όταν υπήρχε πλεόνασμα.

Ο Σόλων, για να αποφύγει μεταβολές της νομοθεσίας του και για να μην αναμειχθεί στην εφαρμογή της, αποδήμησε για δέκα χρόνια. Στην ενέργειά του αυτή διακρίνεται μια πρώτη εφαρμογή της διάκρισης της νομοθετικής από την εκτελεστική εξουσία. Κρίνοντας από την τυραννία του Πεισίστρατου και των διαδόχων του, που εγκαθιδρύθηκε το 561 π.Χ. και διάρκεσε ως το 510 π.Χ., οι μεταρρυθμίσεις του Σόλωνα φαίνεται πως δεν αντιμετώπισαν πλήρως τα προβλήματα που επιδίωκαν να λύσουν.

Η ουσία τους όμως διατηρήθηκε και μετά το τέλος της τυραννίας και αποτέλεσε το θεμέλιο πάνω στο οποίο εδραιώθηκε η κλασική αθηναϊκή δημοκρατία.  Kατά τη διάρκεια των δέκα χρόνων της αυτοεξορίας του επισκέφτηκε, μεταξύ άλλων, και το βασιλιά των Σάρδεων Κροίσο, ο οποίος τον ρώτησε αν γνώριζε κανέναν άνθρωπο πιο ευτυχισμένο από αυτόν. Ο Σόλων του ανέφερε τρεις περιπτώσεις ευτυχισμένων ανθρώπων και τον συμβούλεψε με το γνωστό: "Μηδένα προ του τέλους μακάριζε" - "Kανένα μη θεωρείς ευτυχισμένο αν πρώτα δε δεις το τέλος του". Όταν ξαναγύρισε στην Αθήνα, τη βρήκε σε πολύ καλή κατάσταση χάρη στα δικά του νομοθετικά μέτρα και πέθανε το 560 π.Χ ευτυχισμένος σε βαθιά γεράματα.

Ο Κλεισθένης καταγόταν από το γένος των Αλκμεωνιδών και ήταν γιος του Μεγακλέους, αρχηγού των Παραλίων, δηλαδή της μεσαίας τάξης. Ο Μεγακλής εξορίστηκε μαζί με ολόκληρη την οικογένειά του από την Αθήνα όταν ο Πεισίστρατος επέβαλε την τυραννίδα του. Μητέρα του Κλεισθένους ήταν η Αγαρίστη, θυγατέρα του επίσης Κλεισθένους, τυράννου της Σικυώνος. Οταν ο Πεισίστρατος έγινε τύραννος της Αθήνας εξόρισε τους Αλκμεωνίδες μαζί με άλλους αντιπάλους του. Μετά τον θάνατο του Πεισιστράτου, το 527 π.X., και την προσπάθεια των δύο γιων του και διαδόχων του, του Ιππάρχου και του Ιππία, να προσδώσουν στο τυραννικό καθεστώς κάποια νομιμοφάνεια, ο Κλεισθένης επέστρεψε στην Αθήνα και εξελέγη επώνυμος άρχων.

Λίγα χρόνια αργότερα οι Πεισιστρατίδες σκλήρυναν τη στάση τους και ο Κλεισθένης εξορίστηκε πάλι και ξεκίνησε αγώνα για να απαλλάξει την Αθήνα από τους τυράννους, αλλά η προσπάθειά του απέβη άκαρπη. Μετά τη δολοφονία του Ιππάρχου το 514 π.X. από τον Αρμόδιο και τον Αριστογείτονα, ο Ιππίας σκλήρυνε ακόμη περισσότερο τη στάση του. Τότε ο Κλεισθένης ζήτησε από το Μαντείο των Δελφών να πείσει τους Σπαρτιάτες να τον βοηθήσουν να ελευθερώσει την Αθήνα από την τυραννίδα.

Πράγματι το ιερατείο του Μαντείου των Δελφών, το οποίο χρωστούσε υποχρέωση στους Αλκμεωνίδες επειδή το 548 π.X. είχαν βοηθήσει αποτελεσματικά στην ανοικοδόμηση του κατεστραμμένου από πυρκαϊά ιερού, ήλθε σε συνεννόηση με τους Σπαρτιάτες. Ο βασιλιάς τους Κλεομένης A' έφερε στρατό στην Αττική και μαζί με τις δυνάμεις των αντιπάλων τού Ιππία, με επικεφαλής τον Κλεισθένη, πολιόρκησαν την Ακρόπολη όπου είχε ταμπουρωθεί ο Ιππίας και τον ανάγκασαν να παραδώσει την εξουσία. Ο Ιππίας έφυγε και αρκετοί οπαδοί του θανατώθηκαν.

Ετσι έληξε η τυραννίδα των Πεισιστρατιδών το 510 π.X. και επανεμφανίστηκαν στην Αθήνα τα δύο πολιτικά ρεύματα που υπήρχαν πριν από το καθεστώς του Πεισιστράτου: η παράταξη των Παραλίων, με αρχηγό τον Κλεισθένη, και η παράταξη των Πεδινών, δηλαδή της αριστοκρατικής τάξης, με αρχηγό τον Ισαγόρα, ο οποίος, με την υποστήριξη των αριστοκρατών, που δεν είχαν θιγεί από τους τυράννους, καθώς και μεγάλης μερίδας των αγροτών, που δεν εμπιστεύονταν τους Αλκμεωνίδες, εξελέγη επώνυμος άρχων. Ο Κλεισθένης, αντιδρώντας στην εκλογή του Ισαγόρα, πρότεινε σειρά πολιτειακών μεταρρυθμίσεων που είχαν μεγάλη απήχηση στον λαό. Ο Ισαγόρας τότε, μη έχοντας νόμιμα μέσα για να εμποδίσει την υπερψήφιση των μέτρων του Κλεισθένους, ζήτησε και αυτός τη βοήθεια των Σπαρτιατών.

Οι Σπαρτιάτες, με την απειλή των όπλων, υποχρέωσαν τους Αθηναίους να εξορίσουν τον Κλεισθένη υπενθυμίζοντάς τους το μίασμα της οικογένειάς του από το Κυλώνειον άγος (632 π.X.), όταν οι Αλκμεωνίδες είχαν σφαγιάσει στο ιερό της Αθηνάς στην Ακρόπολη τους οπαδούς τού παρ' ολίγον τυράννου Κύλωνος. Το 508 π.X. ο Κλεισθένης εξορίστηκε. Τον δρόμο της εξορίας πήραν μαζί του και 700 αθηναϊκές οικογένειες. Οταν όμως ο Ισαγόρας επιχείρησε να επιβάλει ολιγαρχικό καθεστώς αντικαθιστώντας τη Βουλή με 300 δικούς του ανθρώπους, οι Αθηναίοι εξεγέρθηκαν, έδιωξαν τους Σπαρτιάτες και τους οπαδούς τού Ισαγόρα - ο ίδιος μόλις που γλίτωσε τη ζωή του - και κάλεσαν τον Κλεισθένη.

Ο Κλεισθένης, ως «προστάτης του Δήμου», μπήκε το 507 π.X. στην Αθήνα θριαμβευτής μαζί με τους υπόλοιπους εξορίστους. Αλλά προτού μπορέσει να βάλει σε εφαρμογή το μεταρρυθμιστικό του πρόγραμμα είχε να ξεκαθαρίσει την κατάσταση με τους Σπαρτιάτες, οι οποίοι εξακολουθούσαν να θέλουν να επιβάλουν τον Ισαγόρα και ετοιμάζονταν να εκστρατεύσουν κατά της Αττικής. Ο βασιλιάς τους Κλεομένης με μεγάλο στρατό έφθασε στην Ελευσίνα, ενώ ταυτόχρονα επιτέθηκαν κατά της Αττικής οι Βοιωτοί και οι Χαλκιδείς.

Στο μεταξύ όμως οι βασιλείς της Σπάρτης, που ήταν δύο, όπως προέβλεπε το πολίτευμά της, ο Κλεομένης και ο Δημάρατος, διαφώνησαν ως προς την επίθεση κατά της Αθήνας και έτσι η εκστρατεία εγκαταλείφθηκε. Οι Αθηναίοι, από την άλλη, αποφασισμένοι να εκδικηθούν τους Χαλκιδείς, πέρασαν στην Εύβοια και τους κατατρόπωσαν. Οι κτηματικές περιουσίες των αριστοκρατών Χαλκιδέων κατασχέθηκαν και ο Κλεισθένης τις μοίρασε με κλήρο σε 4.000 Αθηναίους. Αυτοί αποτέλεσαν τους πρώτους «κληρούχους», οι οποίοι, παρά τη μετεγκατάστασή τους, διατήρησαν τα πολιτικά τους δικαιώματα.

Τα μέτρα του Κλεισθένους, με βάση την «ισηγορία» και την «ισονομία», έθεσαν τα θεμέλια της Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Με το νέο πολιτειακό σύστημα καταργήθηκαν οι θεσμοί των γενών και των φυλών που αποτελούσαν τη βάση της κοινωνικής διαίρεσης. H νέα πολιτειακή δομή βασιζόταν στην τοπογραφία. Οι τέσσερις παλαιές ιωνικές φυλές (Αιγικορείς, Οπλητες, Γελέοντες, Αργαδείς) αντικαταστάθηκαν με δέκα τεχνητές φυλές που πήραν τα ονόματά τους από «επωνύμους», δηλαδή συγκεκριμένους, ήρωες της Αττικής, όπως ο Ερεχθεύς, ο Αιγεύς, ο Αίας κτλ. Ο βωμός με τους ανδριάντες των Επωνύμων Ηρώων βρισκόταν στην Αγορά.

H κάθε φυλή χωρίστηκε σε τρία μέρη, τις «τριττύες». Το σχέδιο απέβλεπε στη διάσπαση της τοπικής δύναμης των φυλών, γι' αυτό ο Κλεισθένης χώρισε τις τριττύες ανά δέκα: δέκα «περί το άστυ», δέκα «παράλιες» και δέκα «μεσόγειες», και ύστερα, με κλήρο, δόθηκαν σε κάθε φυλή πάλι τρεις τριττύες, αλλά μία από κάθε τομέα (άστυ, παραλία, μεσογαία). Παράλληλα κατανεμήθηκαν και οι δήμοι. Οι δήμοι γύρω από το άστυ ήταν οι μεγαλύτεροι. Μπορούσε, λόγου χάρη, ένας δήμος να αποτελείται μόνο από μία τριττύα ενώ αλλού μία τριττύα μπορούσε να περιλαμβάνει οκτώ ή και εννέα δήμους.

Οι κάτοικοι κάθε δήμου έπαιρναν πλέον το όνομά τους από τον δήμο τους. Ετσι καταργήθηκε η παλαιά διάκριση των πολιτών σε παλιούς Αθηναίους και νεοπολίτες. Κάθε χρόνο από κάθε φυλή εκλέγονταν 50 βουλευτές και έτσι τα μέλη της Βουλής από 400 αυξήθηκαν σε 500. Οι 50 βουλευτές της κάθε φυλής «πρυτάνευαν» για το ένα δέκατο του έτους (το αττικό έτος το αποτελούσαν 12 σεληνιακοί μήνες και 354 ημέρες), δηλαδή για 35 ή 36 ημέρες. Από τις σημαντικότερες αρμοδιότητες της Βουλής ήταν η κατάρτιση των προβουλευμάτων - των νομοσχεδίων - που επρόκειτο να συζητηθούν και να ψηφισθούν από την Εκκλησία του Δήμου.

Επιπλέον ο Κλεισθένης αύξησε τις αρμοδιότητες της Εκκλησίας του Δήμου, η οποία μπορούσε πλέον να επικυρώνει ή να ακυρώνει αποφάσεις καταδίκης σε θανατική ποινή τις οποίες είχε λάβει ο Αρειος Πάγος. Το σημαντικότερο μέτρο από κοινωνική άποψη ήταν η πολιτογράφηση όλων των μετοίκων και των απελεύθερων, με αποτέλεσμα μεγάλος αριθμός κατοίκων της Αττικής να αποκτήσει δικαιώματα αθηναίου πολίτη. Επίσης οι βουλευτές έπαψαν να εκλέγονται μόνο από την τάξη των πεντακοσιομεδίμνων και εκλέγονταν πλέον και από τους τριακοσιομέδιμνους και τους ζευγίτες. Μόνο η τέταρτη τάξη, οι θήτες, του τιμοκρατικού συστήματος που είχε καθιερώσει ο Σόλων, δεν είχαν το δικαίωμα του εκλέγεσθαι, απέκτησαν όμως το δικαίωμα του εκλέγειν.

Για να προστατεύσει το πολίτευμα από την πιθανότητα επιβολής τυραννίδας ο Κλεισθένης απομάκρυνε από την κορυφή της πολιτείας τον επώνυμο άρχοντα - ο οποίος εκλεγόταν με θητεία ενός έτους, άρα ήταν δυνάμει επικίνδυνος - και τον αντικατέστησε με έναν απλό βουλευτή, από τους 500, ο οποίος αναδεικνυόταν με κλήρο και άλλαζε κάθε ημέρα. Άλλο μέτρο για την προστασία του πολιτεύματος ήταν ο οστρακισμός.

Οι κάτοικοι της Αττικής μπορούσαν να γράψουν επάνω σε ένα όστρακο (κομμάτι από σπασμένο αγγείο) το όνομα κάποιου τον οποίο θεωρούσαν επικίνδυνο για το πολίτευμα. Αν οι ψήφοι (τα όστρακα) έφθαναν τις 6.000, τότε ο άνθρωπος αυτός εξοριζόταν πάραυτα από την Αθήνα για δέκα χρόνια, χωρίς όμως να χάσει ούτε τα πολιτικά του δικαιώματα ούτε την περιουσία του, δεδομένου ότι, με την ίδια διαδικασία, ο εξόριστος μπορούσε να ανακληθεί ή, όταν τελείωνε η ποινή του, να επιστρέψει στην πατρίδα.

Μετά την καθιέρωση και εφαρμογή των μέτρων του ο Κλεισθένης εξαφανίστηκε από την πολιτική ζωή της Αθήνας. Καμία αρχαία πηγή δεν αναφέρει πώς πέθανε.
Σήμερα θα ειπούμε λίγα λόγια για τον νομοθέτη, της Μεγάλης Ελλάδος, εκεί κάτω στην Κατάνη της Σικελίας τον Χαρώνδα. Στον Λυκούργο, τον Σόλωνα. Κι αν μέν για τον Ζάλευκο και τον Λυκούργο και τον Δράκοντα και τον Σόλωνα, ακούσαμε κάτι στα σχολειά, γι’ αυτόν εδώ τον Χαρώνδα τίποτα.

Κι ας είναι τόσο σπουδαίος! Και πρώτα πρώτα η κατάληξη –ώνδας («αρχή σοφίας ονομάτων επίσκεψις» έλεγε ο Αντισθένης) σημαίνει ίσως το σπινθηροβόλο βλέμμα. Πιθανότατα όμως να είναι από τον αόριστο του ονίνημι (ωνάμην) ή τον μέσο αόριστο του όνομαι (ώνατο) που σημαίνει ωφελώ. Και Χαρώνδας πια είναι ο ωφέλιμος. Ονομαστός Νομοθέτης ήταν εκεί κάτω στην Κατάνη της Σικελίας (7ος αιώνας π.Χ.). Ηταν ο πρώτος που στους Νόμους έβαλε Προοίμιο.

Αυτό δηλαδή που σήμερα λέμε «ΕΙΣΗΓΗΤΙΚΗ Ή ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ». Γιατί δηλαδή έρχεται ο Νόμος. Τί σκοπό έχει. Τί θέλουμε να ρυθμίσουμε να τακτοποιήσουμε και τί εξυπηρετεί. Τον λόγον (ratio) ύπαρξης του συγκεκριμένου Νόμου. Και είναι αυτό το περίφημο Προοίμιον των Χαρωνδείων Νόμων, για το οποίο μιλεί ο Πλάτων και λέει ότι πρέπει νάχουν πάντοτε οι Νόμοι. Σ’ ό,τι αφορά τη ζωή του, μας παρεδόθη η πληροφορία ότι εφονεύθη (ή αυτοκτόνησε) επειδή παρουσιάστηκε την Εκκλησία του Δήμου (στη Βουλή θα λέγαμε σήμερα) οπλοφορών. «επειδή εσιδηροφόρει». Καίτοι είχε ο ίδιος θεσπίσει Νόμον που απαγόρευε την «σιδηροφορίαν» επί ποινή θανάτου. Ο Αριστοτέλης στα «πολιτικά» του, μας λέει ότι πριν νομοθετήσει ταξείδεψε για να μελετήσει τις νομοθεσίες άλλων πόλεων.

Τέλος, λέει ο Αριστοτέλης, ο Χαρώνδας εισήγαγε τη δίκη ψευδομάρτυριων που είναι το ίδιο με το λεγόμενο σήμερα αναψηλάφηση. Ο καταδικασθείς δηλαδή ζητάει ανατροπή της απόφασης λόγω ψευδούς καταθέσεως μαρτύρων. Επαναστατικές θεωρούνται επίσης οι διατάξεις του Χαρώνδα στο οικογενειακό δίκαιο. Ενδεικτικά αναφέρουμε πως δεν απαγόρευε μεν το διαζύγιο απαγόρευε όμως στον διαζευγμένον να νυμφευθή νεώτερη ή στην παντρεμένη νεώτερον του διαζευχθέντος. Ακόμα για τις κάθε μορφής αγοραπωλησίες κατήργησε κάθε πιστωτική συναλλαγή και τα πάντα γίνονταν τοις μετρητοίς δηλ. χέρι-χέρι. Κι αυτό τόκαμε ο Χαρώνδας γιατί η γραφή τότε (7ος π.Χ. αιώνας) ήταν κτήμα πολύ λίγων και συγκεκριμένα των πλουσίων.

Οι δανειζόμενοι ήσαν συνήθως οι φτωχοί, οι οποίοι όμως δεν γνώριζαν ανάγνωση και γραφή και το συμφωνητικό του δανείου παρουσίαζε έτοιμο ο δανειστής. Η διάταξη αυτή μάλιστα ήταν τόσο επιτυχής (είδος σεισάχθειας) ώστε όσα δάνεια είχαν γίνει εγγράφως χωρίς παρουσία μαρτύρων δεν επεστρέφοντο.  Άλλο σπουδαίο του Χαρώνδα ανάγεται στην ηθική. Είχε διάταξη που απαγόρευε την συναναστροφή (ομιλία) με αισχρά πρόσωπα, «κακοίς ανδράσι», όπως πολλοί πολιτικοί. Την καχομιλιαν. Και «ομιλίαι κακαί φθείρουσιν ήθη χρηστά» ήταν γνωστό σ’ όλην την μετέπειτα αρχαιότητα. Το κορυφαίο όμως στην νομοθεσία του Χαρώνδα είναι η καθιέρωση της δωρεάν παιδείας. Πρωτοπόρος λοιπόν ο Χαρώνδας στην Δωρεάν Παιδεία και μάλιστα υποχρεωτική. Και δωρεάν ιατρική περίθαλψη.

Τους δε δασκάλους (και γιατρούς) τους πλήρωνε το κράτος (η πόλις). Κι ο Διόδωρος Σικελιώτης γράφει πως «ενομοθέτησε γαρ των πολιτών τους υιείς άπαντας μανθάνειν γράμματα, χορηγούσης της πόλεως τους μισθούς τοις διδασκάλοις…. κ.τ.λ. κ.τ.λ.») Και λέει: γιατί τα γράμματα είναι ανώτερα από κάθε άλλον κλάδον μάθησης. Διότι, συνεχίζει, μ’ αυτά γίνονται τα πιο χρήσιμα πράγματα στη ζωή (ψήφοι, επιστολές, διαθήκες, νόμοι) και γενικά η ζωή βελτιώνεται. Και μάλιστα, λέει ακόμα, μόνο μεσ’ απ’ αυτά οι νεκροί ανακαλούνται στη μνήμη των ζωντανών.

Παρέχεται λοιπόν η παιδεία ως δώρον στους νέους (δωρεάν). Κι’ απ’ την Κατάνη η νομοθεσία του Χαρώνδα επεξετάθη κι ίσχυσε σ’ όλη τη Μεγάλη Ελλάδα αλλά και στις πόλεις της Κω και της Μ. Ασίας για αιώνες, όπως αναφέρει ο δωριεύς ιαμβοφράφος Ηρώνδας, (3ος π.Χ. αιώνας) σ’ ένα ποίημά του. Αθάνατε Έλληνα! «Έλλην. Όφις ο ποικίλος» λέει ο αρχιερέας των Δελφών Πλούταρχος.

Ο Ζάλευκος ήταν νομοθέτης που έζησε τον 7ο π.Χ. αιώνα στους Επιζεφύριους Λοκρούς στην Κάτω Ιταλία. Σύμφωνα με την παράδοση, που ίσως ανάγεται σε μεταγενέστερους δημοκρατικούς κύκλους (4ος π.Χ. αιώνας), η Αθηνά υπαγόρευσε τους νόμους στο Ζάλευκο την ώρα που κοιμόταν. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι ο Ζάλευκος ανήκε στον κύκλο των Πυθαγόρειων ενώ σύμφωνα με νεότερη παράδοση καταγόταν από ευγενή οίκο της Κάτω Ιταλίας. Πιο κοντά στην αλήθεια φαίνεται να είναι η θέση του Ευσέβιου ότι συντάχθηκαν το 663/662 π.Χ. Ήδη πάντως από την αρχαιότητα οι νόμοι του Ζάλευκου θεωρούνταν οι πρώτοι γραπτοί νόμοι των Ελλήνων.

Το πρωτότυπο κείμενο της νομοθεσίας δεν έχει σωθεί. Επιδιώκοντας ο Ζάλευκος την νομοθετική σταθερότητα συμπεριέλαβε στην νομοθεσία του διατάξεις που εμπόδιζαν τις νομοθετικές αλλαγές και κατ επέκταση τις κοινωνικές αλλαγές. Χαρακτηριστικά η μεταβολή των νόμων επιτρεπόταν μεν αλλά με κεφαλικό κίνδυνο δηλαδή καθένας που ήθελε να προτείνει έναν νέο νόμο ή μια αλλαγή σε ήδη υπάρχοντα νόμο έπρεπε να εμφανιστεί ενώπιον του Συμβουλίου της πόλης και σε περίπτωση που αυτό ψήφιζε ενάντια στην πρόταση του αμέσως έχανε τη ζωή του. Επίσης, νόμος απαγόρευε την είσοδο κάποιου που ήταν οπλισμένος στη Γερουσία.

Στο Ποινικό δίκαιο καθιερώθηκε η αρχή του αντιπεπονθότος (της ανταπόδοσης) και αφαιρέθηκε από τους δικαστές η εξουσία να ορίζουν οι ίδιοι την ποινή για κάθε αδίκημα. Έτσι έληξε το καθεστώς αυθαιρεσίας που επικρατούσε μέχρι τότε, αφού ο δικαστής δεν μπορούσε πλέον να τιμωρεί κατά βούληση. Ως προς το φόνο δεν υπήρχαν ιδιαίτερες ρυθμίσεις καθώς τότε θεωρούταν ιδιωτική υπόθεση που αφορούσε τον οίκο του θύματος. Η γη ήταν αναπαλλοτρίωτη και η αγοραπωλησία της επιτρεπόταν μόνο για πολύ σοβαρούς λόγους. Απαγορευόταν η ύπαρξη μεταπρατών γεωργικών προϊόντων καθώς η έννομη τάξη δεν έβλεπε θετικά την προοπτική δημιουργίας τάξης εμπόρων.

Ως προς το δάνειο προτιμήθηκε η απόδειξη με μάρτυρες και απαγορεύτηκε το δάνειο με έγγραφο. Ο Ζάλευκος ήταν ιδιαίτερά απαιτητικός στην αυστηρή εφαρμογή των νόμων, άσχετα με την κοινωνική ή δημόσια θέση του καθενός. Αναφέρεται ότι όταν ο γιος του καταδικάστηκε σε τύφλωση για μοιχεία , ο Ζάλευκος δε ζήτησε να μην εκτελεστεί η ποινή, πρότεινε όμως να αφαιρεθεί ένα μάτι από τον ίδιο και ένα από το γιο του. Η νομοθεσία του Ζάλευκου χρησιμοποιήθηκε και σε άλλες πόλεις της Μεγάλης Ελλάδας και επέδρασε στην ρωμαϊκή νομοθεσία και στο Δωδεκάδελτο.


Πηγή